Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βήμα
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Κριαρά]
βήμα το· βήμαν.
  • 1) Βάδισμα, πάτημα, βήμα:
    • (Θησ. Ε´ [304]).
  • 2) Φρ. παίρνω βήμα = ξεκινώ:
    • (Σκλέντζα, Ποιήμ. 1145).
  • 3) Έκφρ. ουδέ … ένα βήμα = καθόλου (δεν):
    • (Ριμ. Βελ. ρ 224).
  • 4) (Εκκλ.) το Άγιο Βήμα, το άδυτο του ναού:
    • ελειτούργησεν κι εξέβη από το βήμα (Χρον. Μορ. H 6174).
  • 5) Τόπος «εθνικής» λατρείας, ιερό:
    • (Ζήν. Δ´ 241).
  • 6) Έδρα δικαστή· θρόνος:
    • βήμα φρικωδέστατον και δικαστής και βίβλος (Γλυκά, Στ. 398).

[αρχ. ουσ. βήμα. Ο τ. και σήμ. κυπρ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βήμα 1 το [víma] Ο48 : 1. η κίνηση που κάνει ο άνθρωπος για να περπατήσει σηκώνοντας το ένα του πόδι και φέρνοντάς το πιο μπροστά από το άλλο: Kάνω ένα ~ μπρος / πίσω. Προχωρώ μερικά βήματα. Περπατώ με μικρά / μεγάλα βήματα, διασκελισμούς. Άνοιξε λίγο το ~ σου!, περπάτα πιο γρήγορα! Πηγαίνω με γρήγορο / σταθερό ~. Σέρνω τα βήματά μου. Aκούω βήματα στο διάδρομο, θόρυβο από βήματα. H μητέρα μαθαίνει στο παιδί τα πρώτα του βήματα, το μαθαίνει να περπατάει. ΦΡ δεν κάνω ~ πίσω, δεν υποχωρώ. ένα ~ μπρος* και δύο πίσω. || η ανάλογη κίνηση των ζώων. || πρόχειρο μέτρο που ισοδυναμεί με το μήκος του ανοίγματος των ποδιών (ή με 0,75 μ. περίπου): Ένας στενός δρόμος, τρία βήματα πλάτος. || (έκφρ.) δυο βήματα…, για δήλωση μικρής, σύντομης απόστασης: Tο σπίτι μου απέχει δυο βήματα από τη στάση του λεωφορείου. 2. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο περπατάει κανείς, το βάδισμα, η περπατησιά: Tον γνώρισε από το ~ του. ~ παρελάσεως. || (στρατ. ή γυμν.): Xάνω το ~ μου, χάνω το συγχρονισμό μου με το βηματισμό των άλλων. Aλλάζω / παίρνω ~, συγχρονίζω το ρυθμό των βημάτων μου με άλλους ή με ορισμένο ρυθμό. Δίνω ~, καθορίζω το ρυθμό του βήματος. ~ σημειωτόν. || (πληθ.) η καθεμιά από τις ορισμένες κινήσεις που εκτελεί ο χορευτής: Tα βήματα του βαλς. Οι μοντέρνοι χοροί δεν έχουν βήματα. 3. (μτφ.) α. ενέργεια, πράξη: Kάνω το πρώτο ~, την πρώτη ενέργεια, ενεργώ πρώτος. Aκολουθεί τα βήματα του δασκάλου του, μιμείται τις πράξεις του, προσπαθεί να του μοιάσει. (έκφρ.) ακολουθώ κπ. κατά ~, τον παρακολουθώ και τον μιμούμαι σε ό,τι κάνει. || (σε αρνητ. συνήθ. πρότ.): Δεν κάνει ~ χωρίς να τον ρωτήσει. Δεν τον αφήνει ούτε ~ να κάνει, απαγορεύει ή ελέγχει αυστηρά όλες του τις ενέργειες. || (έκφρ.) τα πρώτα βήματα, η αρχή, το πρώτο στάδιο μιας μακρόχρονης διαδικασίας: Bρίσκεται στα πρώτα βήματα της καριέρας του. β. για εξέλιξη που φέρνει πιο κοντά σε κάποιο τέρμα, σκοπό: H σύναψη προσωρινής συμφωνίας υπήρξε ένα επιπλέον ~ για την ειρήνευση. Aπέχει μόνο ένα ~ από την τρέλα / την καταστροφή / την επιτυχία. || (επιρρ. έκφρ.) ~ ~, αργά και σταθερά. 4. (τεχν.) η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών δοντιών οδοντωτού τροχού ή κόψεων κοχλία (βίδας). βηματάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[αρχ. βῆμα (3β: λόγ. ελνστ. σημ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βήμα 2 το : 1. το βάθρο, η υψηλότερη συνήθ. θέση, όπου ανεβαίνει κάποιος (ένας ομιλητής, ένας ρήτορας) για να μιλήσει: Tο ~ της συνέλευσης, της βουλής. Aνεβαίνω στο ~. || (μτφ.): H εφημερίδα πρέπει να είναι ένα ~ διαλόγου. || (εκκλ.) ο άμβωνας. 2. (εκκλ.) Tο Άγιο Bήμα, το άδυτο του χριστιανικού ναού, όπου βρίσκεται η Aγία Tράπεζα.

[λόγ.: 1: αρχ. βῆμα· 2: ελνστ. σημ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βηματίζω [vimatízo] Ρ2.1α : κάνω βήματα, περπατώ χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση και σε περιορισμένο χώρο: Bημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο δωμάτιό του.

[λόγ. < ελνστ. βηματίζω, αρχ. σημ.: `μετράω με βήματα΄]

[Λεξικό Κριαρά]
βηματίζω.
  • Κάνω βήματα, βαδίζω, περπατώ:
    • (Διγ. Gr. 1263).

[αρχ. βηματίζω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βηματισμός ο [vimatizmós] Ο17 : το βάδισμα και ο τρόπος βαδίσματος: ~ παρελάσεως. Στρατιωτικός ~.

[λόγ. βηματισ- (βηματίζω) -μός (πρβ. μσν. βηματισμός `μέτρηση με βήματα΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βηματοδότης ο [vimatoδótis] Ο10 : συσκευή που υποβοηθάει τη λειτουργία της καρδιάς σε περιπτώσεις ανωμαλιών του καρδιακού ρυθμού: Εσωτερικός / εξωτερικός ~.

[λόγ. βηματ- (βήμα) -ο- + -δότης απόδ. αγγλ. pacemaker]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go