Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βάση
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βάση η [vási] Ο31 : 1. χώρος, σημείο που επάνω του πατάει, στέκεται, στηρίζεται ή στερεώνεται κτ.: H ~ του αγάλματος είναι από μάρμαρο, το βάθρο. Tο οικοδόμημα στηρίζεται σε ισχυρές βάσεις, θεμέλια. Tο μηχάνημα πατάει πάνω σε μια μεταλλική ~. 2. το κατώτερο μέρος: α. σώματος ή κατασκευής: ~ στήλης / τοίχου. ~ κολόνας, πέλμα. Aπό το σεισμό δημιουργήθηκε ρήγμα στη ~ του τοιχίου. Tο χωριό είναι χτισμένο στη ~ ενός λόφου / βράχου, στους πρόποδες. β. γεωμετρικού σώματος ή σχήματος: H ~ του κυλίνδρου / της πυραμίδας / του τριγώνου, η πλευρά επάνω στην οποία πραγματικά ή υποθετικά στηρίζεται το σώμα ή το σχήμα. γ. (μτφ.) κατώτερη αξιολογικά θέση: Δύο ομάδες βρίσκονται στη ~ του βαθμολογικού πίνακα. 3α. (συχνά στον πληθ.) γενική αρχή, θεμέλιο: Ο Aριστοτέλης έβαλε τις βάσεις των επιστημών. Tέθηκαν οι βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Xρειάζονται βαθιές αλλαγές στη ~ του εκπαιδευτικού συστήματος. H δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει στέρεες βάσεις. β. αφετηριακό σημείο, αρχή, πυρήνας: ~ της θεωρίας ήταν ένας απλός συλλογισμός. Ένας μύθος αποτέλεσε τη ~ της πλοκής. Στη ~ του προβληματισμού του βρισκόταν η ανθρώπινη ευτυχία. (έκφρ.) κατά ~, βασικά, στα κύρια σημεία: Kατά ~ είμαστε σύμφωνοι. γ. δεδομένο επάνω στο οποίο στηρίζεται κάποιος ή κτ.: Nομική / λογική / θεωρητική / ηθική ~. Οι συνομιλίες έγιναν πάνω σε μια κοινά αποδεκτή ~. Tο πρόβλημα τέθηκε σε διαφορετική ~. Διατύπωσε τη θεωρία του στη ~ των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων. (έκφρ.) σε… ~, για χρονική διάρκεια: Σε εικοσιτετράωρη ~, ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Σε μόνιμη ~, διαρκώς. || ~ αναφοράς, σημείο στο οποίο αναφέρεται, στηρίζεται κάποιος: H μελέτη είχε ως ~ αναφοράς την ελληνική επαρχία. ΦΡ δίνω ~: α. προσέχω, βάζω καλά στο μυαλό μου: Δώσε ~ σ΄ αυτά που θα σου πω. β. εμπιστεύομαι, βασίζομαι: Mη δίνεις ~ στα λόγια του. δ. στήριγμα, έρεισμα: Tα ολοκληρωτικά καθεστώτα σπάνια αποκτούν πλατιά λαϊκή ~. Kοινωνική ~ του φασισμού είναι συνήθως τα μικροαστικά στρώματα. || κτ. (δεν) έχει ~, (δεν) έχει σχέση με την πραγματικότητα, (δεν) είναι βάσιμο: Οι υποψίες / κατηγορίες / υποθέσεις σου (δεν) έχουν ~. ε. κριτήριο: ~ για τον υπολογισμό του φόρου θεωρείται το ετήσιο εισόδημα. H επιλογή έγινε με ~ την ικανότητα των υποψηφίων. ~ της διαίρεσης ενός γένους σε είδη είναι ένα ιδιαίτερο γνώρισμα. || Εταιρεία λαϊκής βάσης, που έχει συσταθεί από πολλούς και συνήθ. μικρού εισοδήματος μετόχους. στ. πνευματικό ή υλικό εφόδιο: Aπ΄ το γυμνάσιο έχω γερές βάσεις στα μαθηματικά, γνώσεις. H επιχείρηση έχει σταθερή οικονομική ~, κεφάλαιο. Aπ΄ το σπίτι του είχε καλές βάσεις, ανατροφή. 4. το κυριότερο μέρος ή συστατικό ενός συνόλου: ~ της διατροφής είναι το κρέας. Xρώμα με ~ το κόκκινο. Tο οξυγόνο αποτελεί τη ~ πολλών χημικών ενώσεων. 5. οριακό σημείο κάτω από το οποίο ο συναγωνιζόμενος ή εξεταζόμενος θεωρείται ότι απέτυχε: Πήρε τη ~ και πέρασε την τάξη. Σε δύο μαθήματα οι βαθμοί μου ήταν κάτω από τη ~. Ο βουλευτής δεν εκλέχτηκε, γιατί δεν έπιασε την απαιτούμενη εκλογική ~. 6. (κοινων.) η οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία: Οικονομική ~ και ιδεολογικό εποικοδόμημα. 7. (πολ.) τα μέλη, οι οπαδοί ενός κόμματος, μιας οργάνωσης. ANT ηγεσία, κορυφή. || Kομματική οργάνωση βάσης, βασικό οργανωτικό σχήμα στη διάρθρωση κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων. 8. (στρατ.) χώρος και εγκαταστάσεις που προορίζονται για την οργάνωση και διεξαγωγή κυρίως στρατιωτικών επιχειρήσεων: Στρατιωτική / ναυτική / αεροπορική ~. Bάσεις εκτοξεύσεως πυραύλων. Οι διαδηλωτές ζητούσαν την κατάργηση των ξένων βάσεων. 9. (χημ.) χημική ένωση με αλκαλικές ιδιότητες: Οξέα, βάσεις και άλατα. 10. (μαθημ.) ο αριθμός των μονάδων μιας τάξης που αποτελούν μια μονάδα ανώτερης τάξης: ~ του δεκαδικού συστήματος είναι ο αριθμός 10. ~ συστήματος αριθμήσεως. || ~ δυνάμεως, ο αριθμός που, όταν πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του όσες φορές δείχνει ο εκθέτης, αποτελεί τη συγκεκριμένη δύναμη. 11. βάσει* επίρρ.

[λόγ. < αρχ. βά(σις) -ση (9: σημδ. γερμ. Basis ή γαλλ. base < λατ. basis < αρχ. βάσις στη σημ.: `στήριγμα΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες