Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αὐθάδης
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Κριαρά]
αυθάδης, επίθ.
  • Bίαιος, θρασύς:
    • (Σπαν. P 97), (Δούκ. 7521).

[αρχ. επίθ. αυθάδης. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυθάδης -ης -ες [afθáδis] Ε11α : που δείχνει έλλειψη σεβασμού, αναίδεια, περιφρόνηση· αυθάδικος: ~ συμπεριφορά.

[λόγ. < αρχ. αὐθάδης `πεισματάρης, αλαζόνας΄]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυθάδης1 [afθá∂is] ο, (L)
  • insolent or disrespectful person (near-syn ο θρασύς):
    • όταν κάποιος ~ τόλμησε να τον διακόψει, .. τον αποστόμωσε (Melas) |
    • ποιος ήταν αυτός ο ~; πού την ήξερε; (Terzakis)

[substantiv. m of αυθάδης2]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυθάδης2, -ης (& D -ισσα), -ες [afθá∂is] (L) (& D αυτάδης)
:
  • ~ νέος |
  • ~ λόγος |
  • μια ~ καμαριέρα |
  • ήταν και μια νέα .. ιδιότροπη, απαιτητική, κυριαρχική αυθάδισσα (Xenop) |
  • η συνομιλία .. ξετυλίγεται .. χωρίς αυθάδεις διακοπές (Panagiotop) |
  • εδώ μιλεί συχνότερα και πυκνότερα η αυθαδέστερη αμάθεια για όσα δεν ξέρει (Palam) |
  • ξεκουμπίστηκε αυτό το αυθαδέστατο πλάσμα, αφού προηγούμενα καλησπέρισε ευγενικά (Chakkas)

[fr kath αυθάδης ← postmed, MG ← PatrG, K (also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go