Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αρκουδάνθρωπος
1 item total
[Λεξικό Γεωργακά]
αρκουδάνθρωπος [arku∂ánθropos] ο,
  • big-bodied, graceless, or coarse person (syn αρκούδα 2, αρκουδόγατος 2):
    • οι σπιθαμιαίοι αυτοί αρκουδάνθρωποι, οι Eσκιμώοι, είναι οι σπουδαιότεροι βοηθοί των εξερευνητών του Bορρά (Athanasiadis-N) |
    • ο ~, που επιτηρούσε τη διανομή, διαολόστελνε τον κόσμο (TDoxas)

[cpd of αρκούδα & άνθρωπος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go