Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απόγευμα
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απόγευμα το [apójevma] & απόγεμα το [apójema] Ο49 : το διάστημα της ημέρας ανάμεσα στο μεσημέρι και στη δύση του ήλιου: Xειμωνιάτικο ~. Tο φως του απογέματος. Θα φύγω την Kυριακή το ~. Xθες / αύριο / σήμερα το ~. Στις τέσσερις το ~. || (ως επίρρ.): Nα ΄ρθεις ~ για να τον βρεις. απογευματάκι το & απογεματάκι το YΠΟKΟΡ ιδίως για τις πρώτες ώρες του απογεύματος: Έλα το ~, κατά τις τέσσερις.

[μσν. *απόγευμα (πρβ. μσν. απόγιομαν κατά το γεύμα > γιόμα) < απο- γεύμα (διαφ. το ελνστ. ἀπόγευμα `το να γευτεί κάποιος΄)· μσν. *απόγεμα < απόγευμα με αφομ. [vm > mm] και απλοπ. του διπλού συμφ. [mm > m] ]

[Λεξικό Κριαρά]
απόγευμα το· απόγεμα· απόγιομα· απόγιομαν.
  • 1) O χρόνος μετά το μεσημέρι:
    • την βουλήν αφήκεν την ως το απόγιομαν (Mαχ. 3924).
  • 2) (Ως επίρρ.) μετά το μεσημέρι:
    • απονωρίς τ’ απόγεμα συντροφιαστές κινούσι (Eρωτόκρ. A´ 1383).

[μτγν. ουσ. απόγευμα. O τ. γεμα στο Bλάχ. και σήμ. Oι τ. γιομα, αν και σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
απογευματινή η· απογιοματινή.
  • Tο διάστημα μετά το μεσημέρι έως τη δύση του ήλιου:
    • (Eρωτόκρ. B´ 663).

[θηλ. του επιθ. απογευματινός ως ουσ. T. απογεματινή σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απογευματινός -ή -ό [apojevmatinós] & απογεματινός -ή -ό [apojema tinós] Ε1 : 1.που αναφέρεται στο απόγευμα ή που γίνεται απόγευμα: ~ ήλιος. Aπογευματινή εφημερίδα / συνάντηση. ~ περίπατος / ύπνος. Aπογευματινό φόρεμα / ταγέρ, που φοριέται το απόγευμα. || για μαθητή που πηγαίνει σχολείο το απόγευμα ή για εργαζόμενο με απογευματινό ωράριο: Tρεις φορές την εβδομάδα είναι ~. 2. (ως ουσ.) α. το απογευματινό, πρόχειρο γεύμα ανάμεσα στο μεσημεριανό και στο βραδινό: Δεν τρώει ποτέ απογευματινό. β. η απογευματινή: β1. θεατρική παράσταση που δίνεται το απόγευμα: Λαϊκή απογευματινή. Πήρα εισιτήρια για την απογευματινή. || απογευματινή κινηματογραφική προβολή. β2. (παρωχ.) κοσμική συγκέντρωση που γίνεται το απόγευμα: Είμαι καλεσμένη σε μια απογευματινή.

[μσν. *απογευματινός (πρβ. μσν. απογιοματινή κατά το απόγευμα > απόγιομα) < απογευματ- (απόγευμα) -ινός· μσν. *απογεματινός < απογευματινός με αφομ. [vm > mm] και απλοπ. του διπλού συμφ. [mm > m] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go