Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αποκτέννω
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
αποκτέννω.
  • Σκοτώνω:
    • (Eρμον. K 65).

[μτγν. αποκτέννω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go