Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αποθησαυρίζω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποθησαυρίζω [apoθisavrízo] -ομαι Ρ2.1 : 1.μαζεύω και βάζω κατά μέρος, αποταμιεύω (κυρ. αντικείμενα αξίας, χρήματα). 2. (μτφ.) α. συγκεντρώνω, συσσωρεύω: Tα εγκεφαλικά κέντρα αναπαράγουν την εικόνα με το υλικό που έχουν αποθησαυρίσει. ~ γνώσεις. β. (ειδ.) συλλέγω και καταγράφω λέξεις ή κείμενα άγνωστα, ακατάγραφα: Οι γραμματικοί κατά τη διάρκεια του Mεσαίωνα αποθησαύρισαν πλήθος λέξεων.

[λόγ.: 1, 2α: ελνστ. ἀποθησαυρίζω· 2β: σημδ. γαλλ. thésauriser (< λατ. thesaurus < αρχ. θησαυρός)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποθησαυρίζω [apoθisavrízo] aor αποθησαύρισα (subj αποθησαυρίσω), pf & plupf έχω-είχα αποθησαυρίσει, pass αποθησαυρίζομαι, pf & plupf έχω-είχα αποθησαυρισθεί (L)
  • ① hoard up or treasure wealth (syn θησαυρίζω, near-syn συσσωρεύω):
    • καλλιτέχνες αποθεώνονται, αποθησαυρίζουν περιουσίες κ' έπειτα αποσύρονται (Panagiotop)
  • ② fig accumulate and keep as precious, treasure (syn θησαυρίζω, near-syn αποταμιεύω):
    • ~ γνώσεις, εντυπώσεις, πείρα |
    • ο άνθρωπος θα περισώσει τα ηθικά αγαθά που αποθησαύρισε με τόσο μόχθο (Papanoutsos) |
    • η επιστήμη έχει αποθησαυρίσει πλούσια συγκομιδή σοφίας (Stavrou)
  • ⓐ collect and preserve, treasure (syn θησαυρίζω, near-syn συλλέγω):
    • ~ ανέκδοτα, παροιμίες |
    • αποθησαυρίζει τον αρίφνητο πλούτο της γλώσσας του (Valetas) |
    • ελάχιστα τραγούδια έχουν αποθησαυρισθεί σε παλαιότερα χρόνια (Dimaras)

[fr kath αποθησαυρίζω ← PatrG, K]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες