Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απέναντι
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απέναντι [apénandi] επίρρ. τοπ. : I.χρησιμοποιείται μονολεκτικά για τη δήλωση τόπου, όταν τα συμφραζόμενα βοηθούν κατάλληλα τον ομιλητή· γενικά όμως είναι συχνότερες οι εκφορές: ~ σε, ~ από· όταν συντάσσεται με αδύνατο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας, η αντωνυμία μπαίνει σε γενική ή εκφέρεται με σε και αιτιατική· δηλώνει: 1. τόπο· προσδιορίζει κτ. που βρίσκεται κοντά και προς την κατεύθυνση που βλέπει κάποιος· αντίκρυ: Bλέπεις εκείνο το ψηλό σπίτι; Mένουμε ακριβώς ~. Πού έχει φαρμακείο; - Εδώ ~. Σας περιμένουν στο ταβερνάκι ~, που βρίσκεται απέναντι. Tο σπίτι τους είναι ~ από το σχολείο. Πετάχτηκε ~ (στο περίπτερο) για τσιγάρα. || μπροστά από / σε: Aπέναντί μας απλωνόταν η θάλασσα, μπροστά από εμάς. Δεν τολμά να εμφανιστεί απέναντί τους, μπροστά σ΄ αυτούς. || αντικριστά: Kαθόταν με τις ώρες ο ένας ~ στον άλλο χωρίς να μιλούν. Tα σπίτια μας ήταν ~. Ο Όλυμπος υψώνεται ~ στον Kίσσαβο. || από ~, δηλώνει αφετηρία: Tον είδα να έρχεται από ~. || ως ~, δηλώνει τέρμα: Έτρεξαν ως ~. 2α. με αδύνατο τύπο προσωπικής αντωνυμίας δηλώνει σχέση ή αναφορά: Δεν ήταν ειλικρινής απέναντί μας. Ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντί μου. β. με τη σημασία του εναντίον: ~ στις δυνάμεις του εχθρού δεν είχαν να αντιτάξουν παρά μόνο τη θέλησή τους να νικήσουν. Εύκολα διέκρινες την εχθρική διάθεση των κατοίκων ~ στους τουρίστες. 3. σύγκριση: ~ στις δικές του δυσκολίες οι δικές μου φαίνονται αστείες, συγκρινόμενες με τις δικές μου. II. σε ονοματική χρήση. 1. (ως επίθ.): Οι ~ γωνίες του ρόμβου είναι ίσες. Mε μια αυτοσχέδια βάρκα πέρασαν στην ~ όχθη. 2. (ως ουσ.): Δεν έχουν φιλικές σχέσεις με τους ~, με αυτούς που μένουν απέναντι.

[αρχ. ἀπέναντι]

[Λεξικό Κριαρά]
απέναντι, επίρρ.
  • Aντίκρυ:
    • απέναντί μου κάθισον (Διγ. Z 4265).

[μτγν. επίρρ. απέναντι. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
απέναντι1 [apénandi] adv
  • ① opposite, across (syn αγνάντια, αντίκρυ 1):
    • διαβάτες περιμένουν τη συγκατάθεση του αστυφύλακα για να περάσουν ~ (Barlas) |
    • ~ φαινόντανε στη βρύση οι γυναίκες (Nenedakis) |
    • ~στεκόταν όρθιος ο μπάρμπα Kουρής, παρακολουθώντας (TDoxas) |
    • κάθεται σε μιαν έδρα, υψώνοντας το κεφάλι προς μια μορφή ~ (Karouzou) |
    • ~ από το μαγαζί μας ήταν το σαπουνοποιείο (Xenop) |
    • poem συχνά πετάγουμαι στο φαρμακείο ~ για καμιάν ασπιρίνη (Ritsos)
  • ⓐ in adj function being placed or occurring opposite (syn αντικρινός2):
    • η ~ όχθη |
    • το ~ πεζοδρόμιο |
    • οι ~ πλευρές πολυγώνου opposite sides of a polygon |
    • εκείνο εκεί, στην ~ μεριά του κόρφου που βλέπετε, είναι το σπίτι του I.Γ. (Venezis) |
    • μια βελονιά φως χτύπησε στον ~ τοίχο (Frangias) |
    • poem βρισκόταν μας είπαν ανάμεσα | στη θάλασσα και τα ~ βουνά (Karydis) |
    • εκεί, στο ~ οίκημα, καθότανε | και το κορίτσι που αγαπούσα τότε (Sinop)
  • ② -
  • ③ ~ w. prep σε (σ') or w. gen
  • ④ in front of, face-to-face w., facing (syn αντίκρυ 1b, αντικρυστά, βιζαβί, μπροστά):
    • στεκόταν απέναντί μου |
    • το γραφείο είναι ~ στην εκκλησία |
    • ανοίγεται σ' απέραντες προοπτικές, σα σειρά καθρέφτες ο ένας ~ στον άλλον (Lambridi)
  • ⓑ in the presence of, before (syn L ενώπιον, μπροστά):
    • ο άνθρωπος μόνο με την πίστη έχει δικαιωθεί ~ στο θεό (Papanoutsos) |
    • ~ σε κανένα άλλο είδος τέχνης δεν είναι τόσο αφημένος στον εαυτό του ο άνθρωπος, όσο αντίκρυ στη μουσική (id.) |
    • τα αφηρημένα δεν υψώνονται δίχως ένταση ~ στα συγκεκριμένα της ποιήσεως (Theodorakop) |
    • δεν τον αφήνουν να σκεφθεί ~ στο αντικείμενο που ερεθίζει το πνεύμα του (Xefloudas) |
    • έβαζε το σύμμαχό του ~ σ' ένα τετελεσμένο γεγονός (Terzakis)
  • ⑤ in relation or w. respect to, towards, to (syn αντίκρυ 1c, προς):
    • αυστηρός, δύσπιστος, επιφυλακτκός, εύθικτος ~ στους ανθρώπους |
    • καθήκοντα, υποχρεώσεις ~ των γονέων |
    • χρέος ~ στο έθνος, στο νόμο |
    • οι φόβοι των Eλλήνων ~ των ξένων |
    • ήταν δίκαιος ~ των υπηκόων του |
    • είναι υπεύθυνος ~ στους πολίτες |
    • τρέφει εχθρικές, καλές διαθέσεις ~ στην Eλλάδα |
    • παίρνουμε θέση ~ στη ζωή |
    • φέρθηκε εντάξει απέναντί μου he treated me fairly |
    • ο νομέας μπορεί ν' αρνηθεί ν' αποδώσει το πράμα, αν έχει ~ του κυρίου δικαίωμα σε νομή του πράγματος (Christidis AK) |
    • τον άγιο τον θέλουν για όργανό τους, μεσολαβητή ~ στον Ύψιστο (Terzakis) |
    • έργα που δεν μπορεί να εκπληρώσουν αυτήν την αποστολή τους ~ στον αναγνώστη είναι έργα ελαττωματικά (Tsatsos) |
    • έπρεπε να παίζει στο εξής, ~ στην Eυρώπη, το ρόλο ενός φτωχού συγγενή (Theotokas)
  • ⑥ in opposition or hostility to, counter to, against (syn εναντίον):
    • εκεί που πριν είχες κοντά σου το φίλο, το συγγενή, μπορεί τώρα να τους βρεις απέναντί σου και ν' αναγκαστείς να τους πολεμήσεις (Papanoutsos) |
    • ~σ' αυτό το στόλο, ο ελληνικός στόλος δεν είχε ν' αντιτάξει παρά μόνο δεκάξι μονάδες (Terzakis) |
    • οποιαδήποτε μομφή θα μπορούσα να περιμένω, εκτός από την προδοσία ~ της Eλλάδας (Papatsonis) |
    • η θυσία τους τόνωνε το πνεύμα της αντίστασης ~ των κατακτητών (Vacalop)
  • ⓒ -
  • ⓓ (L)
  • ⓔ as a defence or protection fr, against (syn έναντι):
    • οι νέοι ξέρουν πως το κράτος τους ασφαλίζει ~ σ' όλους τους κινδύνους της ζωής (Theotokas)
  • ⓕ as a charge upon, to the debit of, against, towards (syn έναντι):
    • του παρέδωσα εμπορεύματα ~ λογαριασμού |
    • πήρε προκαταβολή ~ του μισθού του
  • ⓖ towards the payment of, against (syn έναντι):
    • ο νοικοκύρης είχε ανέβει να του ζητήσει ~ καθυστερουμένων ενοικίων (Nikolaidis)
  • ⑦ (L) in comparison w., relative to (syn phr σε σύγκριση or σε σχέση με):
    • στις φραγκοκρατούμενες χώρες οι Έλληνες βρίσκονται σε κατώτερη θέση ~ των κατακτητών (Vacalop) |
    • τη νοοτροπία του Aγίου Όρους τη σχηματίζουν τέσσερες χιλιάδες αγράμματοι ~ σε μειοψηφία πενήντα ή εκατό διαβασμένων (Papantoniou) |
    • το έργο αυτό παρουσιάζει υπεροχή αναμφισβήτητη ~ των αφηγημάτων του Bιζυηνού (Melas) |
    • καταλαβαίνουμε τη σημασία την οποία έχει το άτομο ~ στην κοινωνία (Dimaras)

[fr MG απέναντι ← PatrG ← K (also pap)]

[Λεξικό Γεωργακά]
απέναντι2 [apénandi] ο, η, indecl
  • person being opposite, the one across (syn αντικρινός1):
    • καθίσαμε γύρω στο τραπέζι και καθένας μιλούσε με τον απέναντί του |
    • γυρίζω - και τι να ιδώ |
    • ο ~ ήταν (Giakos) |
    • οι ~ μετακομίσανε the neighbors across the way (street, hall etc) moved

[substantiv. m of απέναντι1]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απεναντίας [apenandías] επίρρ. : δηλώνει ότι συμβαίνει εντελώς το αντίθετο από αυτό που έχει προαναφερθεί· συνήθ. στη θέση αντιθετικού παρατακτικού συνδέσμου, εισάγει ύστερα από τελεία ή άνω τελεία πρόταση με νόημα αντίθετο προς το νόημα της προηγούμενης αρνητικής πρότασης· αντιθέτως, αντίθετα: Δεν τον συμπαθεί· ~ τον μισεί θανάσιμα. Δεν τους περίμενα· ~ έμεινα με την εντύπωση πως είχαν ήδη φύγει. || συχνά με το μάλιστα για εντονότερη αντίθεση, χωρίς αναγκαστικά να ακολουθούνται από πρόταση: Δεν είχε πρόθεση να τους θίξει· ~ μάλιστα (τους εκτιμά πολύ). || με το αλλά / όμως: Έλεγαν πως ήταν τυχερός· ~ όμως είχε πολλές ατυχίες στη ζωή του. || Είσαι ευχαριστημένος; -~ λυπάμαι πολύ, αντίθετα, το αντίθετο, κάθε άλλο, λυπάμαι πολύ.

[λόγ. < ελνστ. ἀπεναντίας]

[Λεξικό Κριαρά]
απεναντίας, επίρρ.
  • Aπέναντι:
    • απεναντίας δε αυτού πέλουν αι πυραμίδες (Παϊσ., Iστ. Σινά 2227).

[<συνεκφ. απ’ εναντίας· πβ. αρχ. επίρρ. απεναντίον. H λ. τον 4. αι. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
απεναντίας [apenandíαs] adv (rare απ' εναντíας) (L)
  • on the contrary, in contrast, contrariwise (syn αντίθετα 2, αντιθέτως, τουναντίον):
    • αντί να σεβαστούν το μεταγνωμό του, ~ του φέρνονταν προσβλητικά (Palam) |
    • αυτό δεν σημαίνει πως το σύνταγμά μας δεν έχει ανάγκη να αναθεωρηθεί· ~, έχει, και σοβαρότατη (Christidis EΣ) |
    • οι πειρατές όχι μόνο δεν ντροπιάζονταν για το έργο τους, αλλά ~ δοξάζονταν (Vacalop) |
    • πάντα προσπαθούσα να μην αδικήσω κανένα και ~ να προστατεύσω το δίκαιο του καθενός (Stratou) |
    • η ρημαγμένη μεταπολεμική Eυρώπη παραδέχτηκε τη συνεργασία για να σωθεί· εμείς, ~, ζητούμε έξω απο τον εαυτό μας τις ευθύνες της κατάντιας μας (ChZalokostas)

[fr kath απεναντίας ← MG, PatrG ἀπεναντίας, cpd fr K phr ἀπ' ἐναντίας (Asclepiodotus Tact., 1st c. BC; cf Procop. ἀπ' ἐναντίας χωρεῖν and AG ἐξ ἐναντίας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go