Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ανταγωνισμός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανταγωνισμός ο [andaγonizmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταγωνίζομαι· (πρβ. συναγωνισμός, άμιλλα)· οι επιδιώξεις και οι ενέργειες εκείνων που ανταγωνίζονται, οι σχέσεις και η κατάσταση που διαμορφώνονται, όταν κάποιοι ανταγωνίζονται: Ο ~ των μεγάλων δυνάμεων. Σκληρός / οικονομικός / εμπορικός / πολιτικός / βλαβερός / ωφέλιμος / διαρκής / οξύς ~. || (οικον.): Πλήρης ή τέλειος ~. Aτελής ~. Ελεύθερος ~. Aθέμιτος ~.

[λόγ. ανταγωνισ- (ανταγωνίζομαι) -μός μτφρδ. αγγλ. compe tition ή γαλλ. compétition]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγωνισμός [andaγonizmós] ο, (L)
  • ① competition, rivalry, antagonism (syn συναγωνισμός):
    • αθέμιτος, απεριόριστος, εμπορικός, οικονομικός, ευγενής, μεγάλος ~ |
    • είναι σε ανταγωνισμό με κάποιον is in rivalry w. someone |
    • ο ~ των επιχειρήσεων |
    • ~ των συμφερόντων (Sachinis) |
    • κοινωνικοί, πολιτικοί ανταγωνισμοί |
    • ο ~ πολιτικών παρατάξεων |
    • ο ~ ανάμεσα στα κράτη |
    • θρησκευτικοί και πολιτικοί ανταγωνισμοί |
    • υπερβολικοί ανταγωνισμοί φέρνουν ολέθριες συνέπειες για τους λαούς |
    • ~ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης |
    • δημιουργείται ~ του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης δράσης και καρπός του είναι ο πολιτισμός (Evelpidis) |
    • ο ~ της επιστήμης με την τέχνη (ποια έχει τη δύναμη να μορφώσει τον άνθρωπο) είναι ακριβώς στα χρόνια του Θουκυδίδη πολύ δυνατός (Kakridis) |
    • είναι η ισόρροπη φύση του χρυσού μέτρου, όπου όλα συγκλίνουν χωρίς αντινομία, χωρίς ανταγωνισμό σε μιαν παναρμονική συγχορδία (Tsatsos) |
    • πρέπει να κάμουμε ό,τι μπορούμε για να λείψει ο πόλεμος και ο ~ ανάμεσα στα δύο φύλα (KPapa)
  • ② biol mutual opposition between muscles, drugs, diseases etc antagonism:
    • ~ φαρμάκου

[fr kath (neol Koumanoudis) ανταγωνισμός, der of ανταγωνίζομαι; cf K διαγωνισμός (διαγωνίζομαι), PatrG συναγωνισμός (συναγωνίζομαι) and ἀνταγώνισμα (LK: Clemens Alex. ante 215])]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go