Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αναμέτρηση
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναμέτρηση η [anamétrisi] Ο33 : 1.σύγκρουση ή ανταγωνισμός που η έκβασή του κρίνεται από το συσχετισμό των δυνάμεων των δύο μερών και από την τελική υπεροχή του ενός από τα δύο: Σε όλες τις πολεμικές αναμετρήσεις ο στρατός μας έδειξε θάρρος και αυτοθυσία. Στη νέα εκλογική ~ τα κόμματα θα αντιπαραθέσουν τα ανανεωμένα προγράμματά τους. 2. ακριβής υπολογισμός, εκτίμηση δεδομένων: H ~ των ευθυνών και των κινδύνων τον αποθάρρυνε.

[λόγ.: 2: ελνστ. ἀναμέτρη(σις) -ση· 1: κατά τη σημ. του αναμετρώ1]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναμέτρηση [anamétrisi] η, gen αναμετρήσεως & αναμέτρησης, pl αναμετρήσεις, (L)
  • ① = αναμέτρημα 1:
    • ~ καταστάσεων, αξιών, δυσκολιών κλ |
    • ~ των δυνάμεων πάνω σε καθαρές βάσεις |
    • η ~ των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο |
    • περνούμε μια εποχή αυτοσυγκεντρώσεων, αναδρομών και αναμετρήσεων (Chatzinis) |
    • η ~ αυτή θα μας δώσει καινούργια μέτρα για να ανασυντάξομε τα κριτήριά μας (Georgoulis) |
    • σήμερα το θαυμασμό μας θέλουμε να τον γεννάει η ~ της ψυχικής αντοχής του αρχαίου ελληνικού λαού (Kakridis)
  • ② = αναμέτρημα 2:
    • δυναμική, πολιτική, εκλογική ~ |
    • ιδεολογικές αναμετρήσεις |
    • στρατιωτική ~ |
    • ~ γυναίκας προς γυναίκα |
    • νέα ~ των γειτονικών λαών |
    • ετοιμάζονται για την αναπόφευκτη τελική ένοπλη ~ |
    • ~ μεταξύ των υπερδυνάμεων |
    • κίνδυνοι αναμετρήσεως risks of confrontation |
    • η Oυρουγουάη .. στην τελική ~, νίκησε την Aργεντινή με τέρματα 4-2 (Chatzinikou) |
    • κάθε κριτική είναι .. κατ' αρχήν, μια ~ (Chatzinis) |
    • η μεγάλη μάζα του λαού δεν τολμούσε να πάρει μέρος στην ~ (Roufos) |
    • η ~ θρησκείας και φιλοσοφίας που προκάλεσε η εμφάνιση των μεγάλων αιρέσεων (Tatakis) |
    • η ~ του 1940-1941 γίνεται ανάμεσα .. στη φιλοπατρία και τον ιμπεριαλισμό (Terzakis)
  • ③ naut ~ (στίγματος), στίγμα εξ αναμετρήσεως dead reckoning:
    • με ~ by dead reckoning, D.R. (syn κατ' εκτίμηση)

[fr kath αναμέτρησις ← MG, K (pap), der of AG ἀναμετρῶ (-έω)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go