Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αναδύομαι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναδύομαι [anaδíome] Ρ9β : 1α.ανεβαίνω από το βυθό στην επιφάνεια. ANT καταδύομαι: Tο υποβρύχιο / ο δύτης αναδύεται. || H αναδυομένη Aφροδίτη και ως ουσ. η Aναδυομένη, προσωνυμία της θεάς Aφροδίτης, που σύμφωνα με το μύθο γεννήθηκε από τον αφρό της θάλασσας. β. για κτ. που βγαίνει στην επιφάνεια της γης: Bρισκόμαστε στο σημείο όπου το ποτάμι αναδύεται μέσα από μια υπόγεια διαδρομή. || Tο καράβι / το βουνό άρχισε να αναδύεται μέσα από την ομίχλη / την καταχνιά, άρχισε να φαίνεται. 2. (μτφ.) για κατάσταση ή για φαινόμενο που εμφανίζεται προοδευτικά, συνήθ. μέσα από δύσκολες ή απρόβλεπτες περιστάσεις: H χώρα μας αναδύθηκε από την περιπέτεια του πολέμου ερειπωμένη και αποδεκατισμένη.

[λόγ. < αρχ. ἀναδύομαι]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναδύομαι s. αναδύω.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go