Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έλκος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έλκος το [élkos] Ο46 : (ιατρ.) εντοπισμένη απώλεια ουσίας από ιστό δέρματος ή βλεννογόνου, που οφείλεται σε φλεγμονή ή σε άλλο παθολογικό αίτιο: ~ στομάχου / δωδεκαδακτύλου. Δωδεκαδακτυλικό ~. Συφιλιδικό ~. Mαλακό ~, ένα από τα αφροδίσια νοσήματα. || συνηθέστερα χωρίς προσδιορισμό, όταν πρόκειται για έλκος στομάχου ή δωδεκαδακτύλου: Έχω ~. Yποφέρω / πάσχω από ~. Εγχείρηση έλκους.

[λόγ. < αρχ. ἕλκος `πληγή΄ & σημδ. γαλλ. ulcère]

[Λεξικό Κριαρά]
έλκος το.
  • Πύον:
    • εκκεντήσουσιν ουν τας φύσκας και κενωθήσονται του έλκους (Ιερακοσ. 44030).

[αρχ. ουσ. έλκος. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr.). H λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go