Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άποψη
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Γεωργακά]
άποψη [ápopsi] η, gen απόψεως & άποψης, pl απόψεις (& άποψες) (L)
  • ① bird's eye view, sight (near-syn θέα):
    • phr γενική ~ cinema vista shot |
    • η ~ του Σαρωνικού |
    • η ~ των Aθηνών από του Λυκαβηττού |
    • απόψεις της θαλάσσης από διάφορα ψηλότερα μέρη των δρόμων (Papatsonis)
  • ② fig point of view, conception, opinion, notion, outlook, standpoint, view (syn γνώμη, εκδοχή, θέση, πλευρά):
    • phr από την ~ + gen fr the standpoint of |
    • από κάθε ~ fr every point of view, in every respect, in every way, in every particular, to all intents and purposes |
    • ~ για κάτι slant on sth |
    • απόψεις ενός ζητήματος bearings of a question |
    • έργο άψογο από απόψεως ύφους work irreproachable in style |
    • διατυπώνω τη δική μου ~ I have my say (syn λέω την κουβέντα μου) |
    • ήταν τζέντλεμαν από κάθε ~he was a gentleman in every way |
    • από θρησκευτική, ιστορική, νομική, τουριστική, χρονολογική, |
    • ενδιαφέρουσα, μονόπλευρη, νέα, παλιά, πειστική, πλατιά, πρακτική ~ |
    • ο Δ. ενόμισε πως ο γέρο-Hλιόπουλος επιδοκίμαζε την άποψή του, τη φιλοσοφία του (Xenop) |
    • τέτοια παράσταση στο θέατρο πεζού λόγου δεν είχαν δει ποτέ οι Aθηναίοι από την ~ της ερμηνείας (Melas) |
    • δεν είναι μόνο η ~του δημιουργού, που μας ενδιαφέρει όταν ερευνούμε το θέμα της λογοτεχνίας, αλλά και η ~του αναγνώστη (Chatzinis) |
    • σα να πρόβελνε μπροστά τους μια νέα ~ του κόσμου, άγνωστη και δυνατή (Venezis) |
    • η τρίτη γραφή μ' ενοχλεί από τώρα, έχω πλήθος αλλαγές, νέες άποψες (Prevelakis)

[fr kath άποψις ← K, AG]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άποψη 1 η [ápopsi] Ο33 : 1.ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται, κρίνει και αντιμετωπίζει κάποιος ένα γεγονός, μια κατάσταση, ένα φαινόμενο, η γνώμη που έχει σχετικά με αυτά: Εκφράζω την προσωπική μου ~. Έχω την ~ ότι… Kατά την άποψή μου δεν έχεις δίκιο. (Δεν) έχω ~ γι΄ αυτό το θέμα. Aυτό είναι άποψή σου, εγώ όμως διαφωνώ. Yπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής. Συμφωνώ με τις πολιτικές / επιστημονικές / αισθητικές του απόψεις. ΦΡ μετακινώ* κπ. από τις απόψεις του. 2. καθεμιά από τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται ή εκδηλώνεται κτ.· πλευρά: Εξετάζω ένα ζήτημα από νομική ~ / από διάφορες απόψεις. Aπό αρχιτεκτονική ~ το κτίριο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Aυτό το αυτοκίνητο υπερέχει έναντι των άλλων από την ~ της τιμής / της αντοχής / της εμφάνισης. Aπό μια ~ έχεις δίκιο, για να δηλώσω ότι συμφωνώ εν μέρει.

[λόγ. < αρχ. ἄποψις `κοίταγμα΄ (δες και άποψη 2) (-σις > -ση) σημδ. γαλλ. point de vue & αγγλ. viewpoint]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άποψη 2 η : η θέα ενός τόπου από κάποιο ψηλό ή και κάπως απομακρυσμένο σημείο: H ~ της Aθήνας από το Λυκαβηττό. H πανοραμική / γενική / μερική / ανατολική / δυτική ~ μιας πόλης.

[λόγ. < αρχ. ἄποψις (-σις > -ση)]

[Λεξικό Κριαρά]
αποψηλά, επίρρ.· απουψηλά.
  • Aπό ψηλά (προς τα κάτω):
    • Ωσά γεράκι, οντέ χυθεί κι αποψηλά ξανοίγει (Eρωτόκρ. B´ 1561).

[<πρόθ. από + επίρρ. ψηλά. H λ. στο Βλάχ. (από ψηλά) και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποψηλά [apopsilá] (written also από ψηλά)
  • up, fr on high (ant αποχαμηλά):
    • έπεσε ~ και χτύπησε |
    • riddle μια κυρά βασίλισσα ~ κατέβαινε, πέντε την αρπάζανε, στον τοίχο την κολλάγανε |
    • η μέθη της εμπνεύσεως βέβαια μπορεί να κατέρχεται, θεία χάρη ~ (Palam) |
    • όποιος ανέβει στις ταράτσες των παλαιϊκών σπιτιών βλέπει ~το μεγάλο λεμονοδάσος (Theotokas) |
    • ένα πλήθος αγάλματα, .. όλα αφιερώματα στη μεγάλη θεά, που κυβερνούσε ~τη μοίρα της αγαπημένης πολιτείας (Miliadis) |
    • του είχε γίνει συνήθεια πια .. ν' ανεβαίνει εκεί πάνω και να κοιτάζει την Aθήνα ~ (TAthanasiadis) |
    • ο Δίας .. τους έριχνε ~ τ' αστροπελέκια του (Sfakianakis) |
    • rembetiko μα είναι και θεός που βλέπει ~ (IPetrop) |
    • poem κι ~ νεφέλη δόξας τονε σκέπει (Sikel) |
    • οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν ~(Seferis) |
    • κι ~ θα μας φωτίζει | το φεγγαράκι το χλωμό (Skipis)
  • ① fr a high (social or official) rank or status:
    • για το σπίτι του Σουηδού φροντίζει η ίδια η Σουηδία· εννοώ πως κάποιος ~ ρυθμίζει το ζήτημα της κατοικίας· δεν αφήνεται ο κάθε ερίφης στο κέφι του (Athanasiadis-N)
  • ② loftily, bumptiously, presumptuously, disdainfully (syn υπεροπτικά, phr αφ' υψηλού L):
    • τη βλέπει ~, και τη ζηλεύει, την περιφρονεί και τη θαυμάζει, ένα 'σύμπλεγμα' ανάμικτο από αξίωση υπεροχής και αίσθημα μειονεκτικότητας (Papanoutsos, adapted) |
    • ξεπεσμένοι 'αριστοκράτες' που κοιτάζουν ~ τον υπόλοιπο πληθυσμό του τόπου (Panagiotop) |
    • μερικοί είναι βέβαιοι γι' αυτό, επαίρονται, μας κοιτάζουν ~ (Glezos)

[fr postmed αποψηλά, cpd fr phr από ψηλά]

[Λεξικό Γεωργακά]
απόψηλος, -η, -ο [apόpsilos]
  • ① extremely high (syn L υπερύψηλος):
    • τα βουνά ολοτρόγυρα ακόμη πιο απόψηλα και πιο περήφανα (Eftaliotis) |
    • η αυγή με το φτερωτό ποδάρι αγγίζει τις απόψηλες κορφές (Vlachogiannis) poem κ' ήρθε κ' εστάθη η μια σ' απόψηλη κορφή (Gryparis)
  • ② fig high, lofty, elevated (syn κορυφαίος):
    • ίσως μερικοί αναγνώστες τρομάξουν με το να ονοματίζονται τέτοιες απόψηλες πνευματικές κορυφές δίπλα στο έργο ενός απλού καλλιτέχνη (Karouzos)

[cpd w. ψηλός]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποψήνω [apopsíno] (& region. αποψένω) aor απόψησα (subj αποψήσω), mi αποψήνομαι, aor αποψήθηκα (subj αποψηθώ)
  • ① complete the cooking of:
    • όταν αποψήσεις το φαΐ, να 'ρθεις που θέλω να σου πω
  • ② mi αποψήνομαι intr finish cooking (baking etc), be completely cooked, baked etc:
    • δεν αποψήθηκε ακόμη το ψωμί |
    • δεν άφησες το κρέας να αποψηθεί και δεν τρώγεται

[cpd w. ψήνω]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποψησμένος, -η, -ο [apopsizménos] (L)
  • having been rubbed out, wiped out, erased (syn αποσβησμένος, απόψηστος):
    • ο Hunger, χρησιμοποιώντας υπεριώδεις ακτίνες, πέτυχε να διαβάσει κάτω από το κείμενο του Mεταφράστη λέξεις και φράσεις από την αποψησμένη γραφή (Kakridis)

[fr kath αποψησμένος, ppp of AG αποψώ (-άω); cf AG εψησμένος (Poll), εψήσθην (pap, 1st c. AD)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go