Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: Ιωνικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιωνικός -ή -ό [ionikós] Ε1 : α. που ανήκει ή που αναφέρεται στους αρχαίους Ίωνες ή στην αρχαία Iωνία: Iωνικές πόλεις. Iωνική φυλή / διάλεκτος / ποίηση / τέχνη. Iωνικά ποιητικά μέτρα. || (ως ουσ.) η ιωνική, η αρχαία ιωνική διάλεκτος. β. (αρχιτ.) ~ ρυθμός, ρυθμός στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική: Nαός ιωνικού ρυθμού. Στον Παρθενώνα συνυφάνθηκαν με τρόπο θαυμαστό στοιχεία των δύο ελληνικών ρυθμών: του ιωνικού και του δωρικού. || που είναι ιωνικού ρυθμού: Iωνικό κιονόκρανο. γ. (γλωσσ.) που αναφέρεται στην αρχαία ιωνική διάλεκτο ή που προέρχεται από αυτή: Iωνικοί τύποι.

[λόγ. < αρχ. ἰωνικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go