ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Κατεβάστε τον Acrobat Reader

Λεξικό Τριανταφυλλίδης 

Λεξικό της κοινής νεοελληνικής 

 

Πίνακας Ρ5.2


Ρ5.2α Ενεργητική φωνή
ενεστ.οριστ./υποτ.φυτεύωφυτεύειςφυτεύειφυτεύο(υ )μεφυτεύετεφυτεύουν
 προστ. φύτευε  φυτεύετε 
 μτχ.φυτεύοντας     
πρτ.οριστ.φύτευαφύτευεςφύτευεφυτεύαμεφυτεύατεφύτευαν
αόρ.οριστ.φύτεψαφύτεψεςφύτεψεφυτέψαμεφυτέψατεφύτεψαν
 υποτ.φυτέψωφυτέψειςφυτέψειφυτέψο(υ)μεφυτέψετεφυτέψουν
 προστ. φύτεψε  φυτέψτε 
 απαρέμφ.φυτέψει     
πρκ.οριστ.έχω φυτέψει (ή έχω φυτεμένο)
 υποτ.να έχω φυτέψει (ή να έχω φυτεμένο)
εξακολ. μέλλ. θα φυτεύω
στιγμ. μέλλ. θα φυτέψω
υπερσ. είχα φυτέψει (ή είχα φυτεμένο)
συντελ. μέλλ. θα έχω φυτέψει ( ή θα έχω φυτεμένο )
Ρ5.2β Παθητική φωνή
ενεστ.οριστ./υποτ.φυτεύομαιφυτεύεσαιφυτεύεταιφυτευόμαστεφυτεύεστεφυτεύονται
 προστ.(φυτεύου)   (φυτεύεστε) 
πρτ.οριστ.φυτευόμουνφυτευόσουνφυτευότανφυτευόμαστανφυτευόσαστανφυτεύονταν
αόρ.οριστ.φυτεύτηκαφυτεύτηκεςφυτεύτηκεφυτευτήκαμεφυτευτήκατεφυτεύτηκαν
 υποτ.φυτευτώφυτευτείςφυτευτείφυτευτούμεφυτευτείτεφυτευτούν
 προστ. φυτέψου  φυτευτείτε 
 απαρέμφ.φυτευτεί     
πρκ.οριστ.έχω φυτευτεί (ή είμαι φυτεμένος)
 υποτ.να έχω φυτευτεί (ή να είμαι φυτεμένος)
 μτχ.φυτεμένος
εξακολ. μέλλ. θα φυτεύομαι
στιγμ. μέλλ. θα φυτευτώ
υπερσ. είχα φυτευτεί (ή ήμουν φυτεμένος)
συντελ. μέλλ. θα έχω φυτευτεί ( ή θα είμαι φυτεμένος)
Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιαν 2007, 19:53