ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Κατεβάστε τον Acrobat Reader

Λεξικό Τριανταφυλλίδης 

Λεξικό της κοινής νεοελληνικής 

 

Πίνακας Ρ10.8


Ρ10.8α Ενεργητική φωνή
ενεστ.οριστ. / υποτ.ανακλώανακλάςανακλάανακλούμεανακλάτεανακλούν
 προστ.    ανακλάτε 
 μτχ.ανακλώντας     
πρτ.οριστ.ανακλούσαανακλούσεςανακλούσεανακλούσαμεανακλούσατεανακλούσαν
αόρ.οριστ.ανάκλασαανάκλασεςανάκλασεανακλάσαμεανακλάσατεανάκλασαν
 υποτ.ανακλάσωανακλάσειςανακλάσειανακλάσο(υ)μεανακλάσετεανακλάσουν
 προστ. ανάκλασε  ανακλάστε 
 απαρέμφ.ανακλάσει     
πρκ.οριστ.έχω ανακλάσει (ή έχω ανακλασμένο)
 υποτ.να έχω ανακλάσει (ή να έχω ανακλασμένο)
εξακολ. μέλλ. θα ανακλώ
στιγμ. μέλλ. θα ανακλάσω
υπερσ. είχα ανακλάσει (ή είχα ανακλασμένο)
συντελ. μέλλ. θα έχω ανακλάσει (ή θα έχω ανακλασμένο)
Ρ10.8β Παθητική φωνή
ενεστ.οριστ. / υποτ.ανακλώμαιανακλάσαιανακλάταιανακλόμαστεανακλάστεανακλώνται
πρτ.οριστ.ανακλόμουνανακλόσουνανακλότανανακλόμαστανανακλόσαστανανακλόνταν
    (ανακλάτο)  (ανακλώντο)
αόρ.οριστ.ανακλάστηκαανακλάστηκεςανακλάστηκεανακλαστήκαμεανακλαστήκατεανακλάστηκαν
 υποτ.ανακλαστώανακλαστείςανακλαστείανακλαστούμεανακλαστείτεανακλαστούν
 προστ. ανακλάσου  ανακλαστείτε 
 απαρέμφ.ανακλαστεί     
πρκ.οριστ.έχω ανακλαστεί (ή είμαι ανακλασμένος)
 υποτ.να έχω ανακλαστεί ( ή να είμαι ανακλασμένος)
 μτχ.ανακλασμένος
εξακολ. μέλλ. θα ανακλώμαι
στιγμ. μέλλ. θα ανακλαστώ
υπερσ. είχα ανακλαστεί (ή ήμουν ανακλασμένος)
συντελ. μέλλ. θα έχω ανακλαστεί (ή θα είμαι ανακλασμένος)
Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιαν 2007, 19:53