Greek-English Dictionary (Georgakas)

Go

Search options

Basket

Results for: αίφνης
1 item total
αίφνης [éfnis] adv (L)
  • ① all of a sudden, suddenly, unexpectedly (syn αιφνίδια, αιφνιδίως, άξαφνα, ξαφνικά, near-syn απρόοπτα, απροσδόκητα):
    • ~ ήρθε η ανατροπή του καθεστώτος |
    • ~ ανακαλύπτει ότι το έργο του μοιάζει με γύμνασμα (Papanoutsos) |
    • τα μαθαίνει όλα και ~ -η αποκάλυψη- υψώνεται έως τον ηρωισμό (id.) |
    • poem ... κ' ~ |
    • εκεί που ομιλούσε παρεφέρθη (Kavafis) |
    • θα παραξενευόμουν αν ~ ερχόταν ένα τραίνο (Decavalles)
  • ② for instance, e.g. (syn παραδείγματος χάρη, λόγου χάρη):
    • άλλοτε ~ όποιος ερχότανε στο Παρίσι ... έπρεπε να κάνη τη βόλτα του και στις λαϊκές συνοικίες (KParaschos) |
    • άλλο ζήτημα αν έρχονταν επισκέπτες· κατέφτανε ~ η κυρία Aριστέα (AGiannop)

[fr kath αίφνης ← AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go