Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: ληρίζω
1 item total
ληρίζω.
  • Ά (Αμτβ.) λέω ανοησίες, φλυαρώ:
    • εσθίω (ενν. ο λύκος) … ου μόνον γαρ τον γάδαρον, καθώς εσύ ληρίζεις … (Διήγ. παιδ. 817).
  • Β́) (Μτβ.) Σκώπτω, κοροϊδεύω:
    • πρότερον εκούαν τας γραφάς και εληρίζασίν τας … και σήμερον επιθυμούν ν’ ακούσουν ευαγγέλιον (Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 636).

[<αόρ. του ληρώ. Η λ. και σήμ. κυπρ. (πβ. όμως λυρίζω)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go