Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: λίζιος
1 item total
λίζιος, επίθ. και ουσ.· λιζίος· πληθ. λίζοι.
  • 1)
    • α) (Ως επίθ. συν. με τα ουσ. άνθρωπος, καβαλάρης, φλαμουριάρης και ως ουσ.· πβ. μεσν. λατ. homo ligius - γαλλ. home lige) υποτελής τιμαριούχος:
      • υπόσχεται ο αφέντης του Μορέως να γένει λίζιος άνθρωπος του βασιλέως της Πόλης (Χρον. Μορ. H 2578· 7409, 7615
      • (ως ουσ.):
        • αφόν ομόσει ο πρίγκιπας …, … αρχάζουν οι άπαντες λίζιοι του πριγκιπάτου και κάμνουσιν τα ομάτζια στον πρίγκιπαν εκείνον (Χρον. Μορ. Η 7889· Ασσίζ. 28522
    • β) (μεταφ.):
      • του Πόθου αν είσαι δουλευτής, λίζιος της Αγάπης (Λίβ. Ρ 2664
    • γ) ακόλουθος, υπασπιστής:
      • δώσ’ με από τα φουσσάτα σου … νέους διαλεκτούς, λίζιους να τους κάμω (Αχιλλ. L 88).
  • 2) (Ως επίθ. με τα ουσ. αφέντης και κύρης· πβ. το μεσν. λατ. dominus ligius) τιμαριούχος ηγεμόνας σε σχέση με έναν υποτελή (δηλ. λίζιο):
    • Εσύ (ενν. αφέντη της Καρύταινας) άφηκες τον πρίγκιπα, τον κύρην σου τον λίζιον (Χρον. Μορ. Η 5810).
  • Το ουδ. ως ουσ. = η ιδιότητα του λίζιου, υποτέλεια:
    • αυτείνοι είναι έτοιμοι να ποίσουν προς εσέναν όσον χρωστούν εις λίζιον, δουλείαν και ομάντζιον (Χρον. Μορ. Ρ 7467
    • (μεταφ.):
      • διατί τον Έρωτα ψευστήν τον ονομάζεις … και κόπτεις το το λίζιο σου (Λίβ. Sc. 2833 (έκδ. λιζίο))

[<μεσν. λατ. ligius - γαλλ. lige. Η λ. το 12. αι. και στο Meursius. Βλ. και ομιλίζιος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go