Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: κουντούρι
1 item total
κουντούρι το· κουντόρι.
  • Είδος παπουτσιού·
    • φρ. κρατώ κάπ. εις το κουντόρι = ακολουθώ κάπ. «κατά πόδας», παρακολουθώ κάπ., «έχω κάπ. στο χέρι»:
      • (Χρον. Τόκκων 2836).

[ουδ. του επιθ. κούντουρος ως ουσ. ή <ουσ. κουντούρα η. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go