Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: θαλλιον
1 item total
θαλλίον το.
  • Καλάθι (από πλεγμένα φύλλα και κλαδιά φοινικιάς):
    • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 1170).

[μτγν. ουσ. θαλλίον. Για τη λ. βλ. Perpillou-Thomas, REG 108, 1995, 1-6. Τ. ί σήμ. ιδιωμ. (Andr.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go