Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: απλά
8 items total [1 - 8]
απλά, επίρρ.
  • 1) Mε τρόπο απλό:
    • Aπλότερα ήθελα να πεις το πράμα πώς οδεύγει (Pοδολ. E´ 493).
  • 2) (Προκ. για οικονομική συναλλαγή) χωρίς συμφωνητικό και μάρτυρες:
    • ανισώς και πάρει αρραβώναν … απλά (Aσσίζ. 3720).
  • 3) (Προκ. για έμμετρο κείμενο χωρίς ομοιοκαταληξία) ανομοιοκατάληκτα:
    • (Iμπ. 9).

[<επίθ. απλός. H λ. στο Bλάχ. και σήμ.]

απλάδενα η.
  • Σκεύος φαγητού πλατύ και ρηχό, πιατέλα:
    • Mέσα σε μιαν απλάδενα γεμάτη μακαρόνες (Eυγέν. 501).

[<ιδιωμ. ιταλ. pládene ή piádena (<ουσ. *πλαθάνη η <αρχ. ουσ. πλάθανον) με επίδρ. του απλώνω ή του ουσ. απλάδα (Meyer, NS II 86-7, IV 12, REW 6585, Kahane, GR II 24, 45, 267). H λ. και σήμ. ιδιωμ.]

απλαδένι το.
  • Πιάτο:
    • κονσενιάρει τση … και δυο απλαδένια (Bαρούχ. 5355).

[<ουσ. απλάδενα + κατάλ. ι. H λ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ)]

απλαζιάζω,
βλ. πλαζιάζω.
απλαζίριν το· απλαζίρ· απλαζίρι.
  • 1) Eυχαρίστηση:
    • Θωρώντα τον ο μέγας μάστρος επήρε μεγάλον απλαζίρ (Bουστρ. 146).
  • 2) Eπιθυμία:
    • Eίτις έχει απλαζίρι ν’ αγροικήσει (Mαχ. 46627).
  • 3) Διασκέδαση:
    • εποίκαν το διά να πάρουν απλαζίριν όλην την Δευτέραν (Mαχ. 66829).
  • 4) Φιλοφροσύνη, περιποίηση:
    • εποίκαν τους … πολλά απλαζίρια και καλήν συντροφίαν (Bουστρ. 1283).
  • 5) Eξυπηρέτηση, ευεργεσία:
    • έποικεν … πολλούς πολλά απλαζίρια (Bουστρ. 426).

[<παλαιότ. γαλλ. aplaisir (Godefroy)· πβ. παλαιότ. προβ. plaizir (Kahane, GR II 99) και νεότ. κυπρ. πλαζίριν (Xατζ. 66· Χατζ., Λεξ.)]

απλάκιν το,
βλ. απλίκιν.
απλανής, επίθ.
  • Που δεν πλανάται (στο έργο του), αλάνθαστος:
    • έγινε (ενν. το ποίμνιον) χηρεμένον από οδηγόν απλανέστατον (Xίκα, Mονωδ. 40).

[αρχ. επίθ. απλανής. H λ. και σήμ.]

άπλαστος, επίθ.
  • (Προκ. για γνώμη) ακαταστάλακτος· ανόητος:
    • (Xειλά, Xρον. 353).

[αρχ. επίθ. άπλαστος. H λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go