ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Ανθολογίες 

Ανθολόγηση νεοελληνικής λογοτεχνίας (19ος-20ός αι.) 

 

Γαβριηλίδης, Βλάσσης

Μολυβιές
(απόσπασμα)

ΜΟΛΥΒΙΕΣ

Α΄.

Ἀρχίζω ἀπὸ μίαν γλωσσολογικὴν παρατήρησιν, διὰ νὰ σᾶς προκαταλάβω εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ὑπὲρ τῶν ἀγαπητῶν μου Σουηδῶν. Καὶ ποῖοι δὲν μοῦ εἶναι ἀγαπητοί. Ἀπέναντι τῶν ἐθνῶν ὁμοιάζω τοὺς ὑποκριτὰς ἐκείνους οἵτινες τοὺς γνωρίμους των ἀποκαλοῦν ὅλους φιλτάτους, ἀδελφοὺς μάλιστα, καὶ ἂς μὴ αἰσθάνωνται πρὸς οὐδένα φίλτρον. Τὸ κυριώτερόν τους ρῆμα, τὸ εἶναι, μικρούτσικο, ὅσον μικρὸς ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, ἀνεπαίσθητον, ὡς ἀνεπαίσθητος φεῦ! ἡ ὕπαρξίς μας, μηδαμινὸν καὶ ταπεινὸν καὶ δειλὸν καὶ συνεσταλμένον, ὡς μηδαμινὴ καὶ ταπεινὴ καὶ δειλὴ καὶ συνεσταλμένη τυγχάνει ἡ ζωή, δὲν μεταβάλλει σχῆμα, οὔτε μορφὴν, οὔτε κατάληξιν εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τοὺς ἀριθμούς.

Ἔρ. Αὐτὸ θὰ πῇ εἶναι. Καὶ κλίνεται οὕτω: ἐγὼ εἶμαι «ἔρ», ἐσὺ εἶμαι «ἔρ», ἡμεῖς εἶμαι «ἔρ», σεῖς εἶμαι «ἔρ», αὐτοὶ εἶμαι «ἔρ».

Οἱ κομμουνισταὶ, οἱ ὀπαδοὶ τῆς κοινοκτημοσύνης, ὀφείλουν τὴν Σουηδικὴν ν' ἀσπασθοῦν ὡς γλῶσσάν των. Τὸ νανοειδὲς λεξίδιον ἒρ εἶναι ἡ ψυχολογικωτέρα τοῦ Σοσιαλισμοῦ σημαία. Κἄτι τι ὑπερευαγγελικόν. Κοινὰ ὄχι τὰ πράγματα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα. Ἐγὼ, σὺ, αὐτὸς εἶμαι. Ἕνα εἶδος γλωσσολογικοῦ μορμονισμοῦ. Ἓν εἶδος πανανθρωπισμοῦ κατὰ τοῦ πανθεϊσμοῦ. Ἄνθρωπος καὶ σὺ καὶ ἐγὼ καὶ αὐτός. Μία ὁμίχλη, ἓν φῶς, μία σκοτία μᾶς σκεπάζει ὅλους. Ἡ αὐτὴ γῆ μᾶς τρέφει, ἡ αὐτὴ γῆ μᾶς θάπτει. Πρὸς τί αἱ διαφοραὶ, αἱ συγκρίσεις, αἱ ἀντιθέσεις. Πρὸς τί τὰ εἶμαι, εἶναι, εἶσαι.

Je suis, tu es, il est, Ich bin, tu bist, er ist.
Τίποτα ἀπὸ αὐτά· ἅπαντες εἰμί.

 

Ἅμα εἰσέλθετε εἰς Σουηδικὸν σταθμὸν καὶ ἀγνοεῖτε τὰ Σουηδικὰ ὅπως ἀνακαλύψητε ὅτι ἐν Ἑλλάδι θὰ ἠθέλατε νὰ εἶσθε χωρὶς ὄσφρησιν διὰ νὰ μὴν τὸ αἰσθάνεσθε, ἐνθυμηθῆτε ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι πάλιν θὰ ἠθέλατε νὰ ἔχετε διπλῆν ὄσφρησιν διὰ νὰ ἀπολαμβάνετε τὸ ἄρωμά του.

Τὸ λουκούμι τοῦ Σταματελάκη.
Φεῦ! Σουηδιστὶ, τὸ μέρος ποῦ ἀναζητεῖτε συνήθως εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς ὀνομάζεται λοκῶμες.

 

Ἀπὸ τὴν Κοπενάγην διὰ θαλάσσης εἰς τὴν Μαλμαὶ, ἤτοι ἀπὸ τὴν Δανίαν εἰς τὴν Σουηδίαν, εἰς τὰς ἐννέα τὸ πρωῒ ἀναχωρεῖς, εἰς τὰς δώδεκα τὸ μεσημέρι φθάνεις.

Εἰς τὴν ἐκδρομὴν μετέχουν τὸ καλοκαῖρι κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα οἱ Δανοὶ ὡς πρὸς ἀναψυχὴν, ἐπιστρέφοντες αὐθημερόν. Τὸ ἀτμόπλοιον, ὄχι βεβαίως ὡς τὰ δι' Αἴγιναν καὶ Πόρον καὶ Ὕδραν καὶ Σπέτσας. Ἤγουν σκυλοπνίχτης. Θαλαμηγὸν περικαλλὲς, ταχὺ, πλατὺ, εὔδρομον, ποῦ συλλαμβάνεις ἀπάνω του ἔρωτα. Ἀτμόπλοιον νηρηΐς. Ἀτμόπλοιον οἰκοδέσποινα, καλοῦσα κόσμον εἰς τὰς αἰθούσας της ὡς πρὸς φαϊφοκλώκ. Ἀτμόπλοιον ἀνθοστόλιστον. Ἀτμόπλοιον ὅπου ἤθελες νὰ ἔχῃς δέκα στομάχους διὰ νὰ μὴ σηκωθῇς καθ' ὅλον τὸν τρίωρον πλοῦν ἀπὸ τὸ ὁλόφωτον καὶ ὁλόχρυσον καὶ ὁλόστιλπνον καὶ ὁλόχαρον πανδεστεῖόν του.

Ἀτμόπλοιον ποῦ δὲν ξεύρεις ποῦ νὰ σταθῇς διὰ νὰ ξεφαντώσῃς ἀπὸ ζεφύρους καὶ καλλιθέαν. Εἰς τὴν σάλαν του, εἰς τὴν γέφυραν, εἰς τὸ κατάστρωμα, εἰς τὴν πρύμνην, εἰς τὴν πρώραν. Κόσμος εὐειδὴς, χαρωπὸς, εὔτροπος, εὔσχημος. Ἀνθοδέσμη ἀπὸ ἡλικίας, ἀπὸ γένη, ἀπὸ δροσιαῖς, ἀπὸ φωναῖς, ἀπὸ καλλοναῖς. Τὸ ἀτμόπλοιον τίγγα. Στενοχωρία ὅμως οὐδεμία. Ὄροφοι τρεῖς. Περίπατος, στάσις, ρεμβασμός, ἀνάγνωσις, ἐλευθερία, ἀπομόνωσις, ὅ,τι θέλεις. Τὸ πέλαγος γελᾷ, τὸ πλοῖον γελᾷ, ἐσὺ γελᾷς, ἡ ὄρεξίς σου γελᾷ, ἡ ψυχή σου γελᾷ, εὐθυμεῖ τὸ σύμπαν. Τὸ μυστήριον;

Τὸ καλὸν, κύριοι, τὸ καλόν.

Τὸ καλὸν εἰς τὸ πλοῖον, εἰς τοὺς ἀνθρώπους, εἰς τὰς μορφάς των, εἰς τὸν ἱματισμόν, εἰς τὰς ψυχάς των. Τὸ καλὸν εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὸν οὐρανόν.

Τὰ πλοῖα διακοσμοῦνται ὡς μέγαρα, ἐν εὐκαιρίᾳ χοροεσπερίδος. Καὶ Ἕλλην ἐὰν εἶσθε ἀκόμη καὶ ξίφη ἑλληνικὰ ἐὰν παρὰ γαστροκνημίαν φέρετε, δὲν σᾶς ἔρχετε νὰ πτύσετε, νὰ βρίσετε, νὰ σκουντήξετε, ν' ἀπειλήσετε, νὰ μορφάσετε, νὰ πειράξετε, νὰ ἀγριοκυττάξετε, ν' ἀποτολμήσετε αὔθαδες φλὲρτ, καὶ ἂς μὴ δίδουν πεντάρα διὰ τοὺς μύστακας, τοὺς πτερνιστῆρας, τὰ κολλὰν πανταλόνια καὶ τὰ ἀκατανίκητα μάτια σας.

Τοιοῦτον ἀτμόπλοιον, τοιοῦτοι ἄνθρωποι. Ὁ Τσάϊλ Χάρολδ ἐὰν ἐπέβαινεν αὐτοῦ δὲν θὰ ἔλεγεν ὅ,τι περιηγούμενος τοὺς πορτοκαλλοτόπους τῆς Πορτογαλλίας καὶ φρίττων πρὸ τῶν κατοικούντων βρωμανθρώπων, δὲν θὰ ἔλεγε. Διατί, Φύσις, νὰ σπαταλᾷς τοὺς θησαυρούς σου ἐπὶ τοιούτων ὄντων;

 

Ἡ Μαλμαὶ, πόλις τὸν πληθυσμὸν ὡς αἱ Πάτραι, ἀλλὰ μόνον εἰς τοῦτο, ἀδελφαί. Εἰς τὰ ἄλλα, ποῦ τὴν εἶδε, ποῦ τὴν ξεύρει. Ἡ μία τεσσαρακοντοῦτις μέγαιρα, ρυπαρὰ, λασπερὰ, βρωμερὰ, ἀναδίδουσα ἀπὸ τὸ βαρὺ ἐκ τῶν ρύπων μισοφούστανό της ἀποφορὰν ἐξ ἀποστάσεων μιλίων, καταδικάζουσα αὐτὴ καὶ μόνη ὁλόκληρον τὸ γυναικεῖον φῦλον εἰς τὴν γέενναν τοῦ Βεελζεβούλ. Ἡ ἄλλη δεκαοκτὼ ἐτῶν λουσμένη εἰς τὸν Εὐρώταν κόρη, λευκὴ ὡς γάλα, ξανθὴ ὡς χρυσάφι, ἐλαστικὴ ὡς χελιδών, πεταχτὴ ὡς δορκάς, ἑλκυστικὴ ὡς ροδάκινον, γλυκιὰ ὡς τὸ γλυκύτερον τῶν πεπονίων.

Μαλμαὶ καὶ Πάτρα!

 

Τὴν δύναμίν της, τὸν πλοῦτόν της εἰς τὰς ρέγγας. Τὸν κόσμον καὶ τὴν αἴγλην της εἰς ἔμπορον ρεγγῶν, δωρήσαντα ἑκατομμύρια διὰ νὰ πλασθῇ ὁ πλέον τορνευτὸς ὑγρὸς βραχίων ὃν εἶδα, ὁ λιμήν της. Ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα. Μαλμαὶ ἴσον ἀγκών.

Μόλις ἐξέλθετε ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, σᾶς ὑποδέχεται πολιτισμὸς εὐρὺς, ὡς ἐλευθέριος οἰκοδεσπότης, μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας. Εἰς ἓν βῆμα, ὁ ἱπποσιδηρόδρομος. Ἀναζῆτε. Οἱ ἀποσκευοπόλοι, ὄχι ὡς τὰ σμήνη τῶν πειναλέων ναυαγῶν τῶν Πατρών, ὁρμούντων καθ' ὑμῶν ὡς βορᾶς κρέατος πρὸς σπαραγμὸν, οἱ ἀποσκευοπόλοι, εἶδος δημοσίων ὑπαλλήλων, πολὺ ἀνώτεροι τῶν ἀστυφυλάκων μας, μὲ τὰ σήματα, τὰ σύμβολα, εὐάριθμοι, ἐμπνέοντες ἐμπιστοσύνην ὥστε νὰ τοὺς ἐμπιστευθῆτε καὶ ἀδάμαντας, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε ὅμως, παραλαμβάνουν ὅ,τι ἔχετε καὶ σᾶς λέγουν κύριε, προγευματίσατε, περιηγηθῆτε τὴν πόλιν, ἰδοὺ ὁ ἀριθμός μου, θὰ μ' εὕρετε εἰς τὸν σταθμόν.

 

Ὡραία γέφυρα. Ὡραῖοι δρόμοι. Ἐμπορικὰ ποῦ δὲν εἶδαν αἱ Ἀθῆναι 40 χίλ. ψυχῶν πόλις ἡ Μαλμαί. Μία πλατεῖα παραφορτωμένη ἀπὸ ἰστορικὰς οἰκοδομάς. Δημαρχεῖον ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς ἀναγεννήσεως, ἀνάκτορον τοῦ Διοικητοῦ ἴσον πρὸς τὸ ἡμέτερον βασιλικὸν, νέου ρυθμοῦ, ἐπιβάλλοντος, κῆποι, πίδακες, ξενοδοχεῖα ὡς μεγάλης πρωτευούσης κ' ἕνα πλῆθος εὐθύμου, εὐμόρφου, πανηγυρίζοντος, ἑορτάζοντος κόσμου. Οὐδὲ ἴχνος πενίας ἢ δυστυχίας. Αἱ ἰταλικαὶ πόλεις σοῦ βγάνουν ἀπὸ τὴν μύτη διὰ τῆς ἐπαιτείας τὴν ἡδονὴν ποῦ σὲ ταΐζει ἡ φύσις καὶ ἡ ἱστορία των, ἡδονὴν Νεαπόλεως ἢ Βενετίας, καλλονὴν Τουρίνου, ἢ Φλωρεντίας. Αἱ βόρειαι δὲν σὲ μεθύουν, ἀλλὰ καὶ δὲν σὲ λιγοθυμοῦν.

Πάλιν περὶ ξενοδοχείων; Ναὶ, πάλιν περὶ αὐτῶν. Ἐλᾶτε μαζύ μου, φιλομίζεροι, ἀκατάστατοι, φιλαρπαγώτατοι, κιμινοπρῆσται Ρωμηοὶ, νὰ προγευματίσετε εἰς τοῦ Κάμερ, σάνα ποῦμε εἰς τοῦ Γιάννη τῶν Πατρῶν. Ξεσκονίζεσθε ἠπιώτατα, ὁδηγεῖσθε εἰς πολυτελῆ νιπτῆρα. Εὐσχημοῦσθε, εὐστομοῦσθε, στιλβοῦσθε, διέρχεσθε διὰ πολλῶν ἀναπαυτηρίων, κυλικείων, σφαιριστηρίων, ψυχαγωγείων, μικροκαφενείων, ἀναγνωστηρίων καὶ ὁδηγεῖσθε εἰς τὴν γευματαίσουσαν, ὅπου ὀκρίβας πανδαισιακὸς, ὅπου ὀρθοὶ ὅλοι κατάρχεσθε φαγεῖν προδόρπια, προδαιτικὰ, ὀρεκτικὰ, παρασκευαστικὰ, εἰσηγητικὰ καὶ εἰσαγωγικά. Οἵα φαιδρὰ ἀτμόσφαιρα ἐν ἀνυπερβάτῳ πολυτελείᾳ διασκευῆς, ἐν μημουαπτικῇ ἁπαλότητι καὶ εὐρυθμίᾳ ὑπηρεσιακῇ καὶ ὡς ἰδέα ἐλαφρὰ καὶ οἵα ὡς ἴον ἀρωματώδης ὀσμὴ γαστρονομικῆς ἀτμοσφαίρας. Αἱ ἐπιθυμίαι προκαταλαμβάνονται, λύονται τὰ νεῦρα, εὐεπιφορεῖ ἡ διάθεσις, τὸ εὖ ἔχειν, πλέετε εἰς χαρὰν ποῦ εὑρέθητε ἐκεῖ σεῖς ὁ ἐνδόθεν τῆς Κονιορτουπόλεως μὲ αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς συνδαιτημόνας. Ἕνας καὶ ἕνας ὅλοι. Εἶνε ξένοι; Εἶνε Σουηδοί; Εἶνε Δανοί; Τί μὲ μέλει. Φθάνει ποῦ συντρώγω μὲ ἀνθρώπους μορφῆς καὶ τρόπου καὶ ἀέρος καὶ ἤθους ὑπερτέρου μου καὶ οἱονεῖ ἄλλου πλανήτου καὶ ἄλλου πλάτους. Βόρειοι μὲ σέλας μεσημβρίας. Ψυχροὶ μὲ θέρμην Βυρωνείου ποιήματος. Δροσόλουστοι, λαμπορφορεμένοι, ἔαρ ἐπὶ τὰς μορφὰς καὶ ἐπὶ τοὺς χιτῶνας ἔαρ. Πρόσωπα ὠοειδῆ, ροδοστάλακτα, μετάφρενα καμπύλα, κόμαι χρυσίζουσαι. Θέαμα καινόν, παράδοξον διὰ τὸν ἐφθὸν Μεσημβρινὸν, τὸν ἐμπυριβάτην, τὸν τηγανισμένον εἰς τηγανιὰν ψυχῆς, ὀφθαλμῶν, φωνῆς, κόμης, ἐπιδερμίδος, ἤθους. Ὄλαι αὐταὶ αἱ ὄψεις ἀποτελοῦσι διὰ τῶν ἀκτίνων καὶ τῶν ψεκάδων τῆς ἠθικῆς καὶ φυσικῆς των δρόσου λουτρὸν ἀπεσταγμένον ἐκ χυμοῦ ἀνθέων, ἐντὸς δ' αὐτοῦ ὁ Μεσημβρινὸς λυόμενος, χαλαρούμενος, ἀνακαινιζόμενος, παραδεισιαζόμενος.

Ὑπάγετε, ὁμοεθνεῖς μου, εἰς τὸν Βορρᾶν νὰ νιφθῆτε!

(αναδημοσίευση από το Νέον Πνεύμα, 1894)