ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Ανθολογίες 

Ανθολόγηση νεοελληνικής λογοτεχνίας (19ος-20ός αι.) 

 

Καρκαβίτσας, Ανδρέας

Ο Ζητιάνος (απόσπασμα)

Γ΄

τα βοτανα

Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἦρθεν ἀργά, λογχίζοντας τ' ἀκάρφωτα ξυλοκεράμιδα τῆς σκεπῆς καὶ τὶς ὀρθάνοιχτες ἀστρέχες καὶ τὴ σαρακοφαγωμένη χαμηλόπορτα, νὰ χυθῇ πάναγνο στὸ βρωμερὸ κατάλυμα τῶν ζητιάνων. Ὁ Τζιριτόκωστας ἔπειτ' ἀπὸ τὸ ἄφθονο φαγοπότι, ἔπεσε ξαπλωταριὰ γιγάντια ἐπάνω στὸ μαλακὸν ἀχυρόστρωμα καὶ ἀμέσως ἀποκοιμήθηκε. Τὸ σκοτάδι πυκνότατο καὶ ὑγρὸ μὲ τὴ βαρειὰ ὀσμὴ τοῦ σάπιου ἄχυρου καὶ τοῦ κατούρου τὴν ἄχνα, ποὺ πολυκαιρινὴ ἐκαθόταν ἐκεῖ, ἐρρίχθηκαν κι ἐσκέπασαν ὅλον τὸν στενόμακρον ἀχυρῶνα ἕως τοὺς νοτισμένους τοίχους καὶ τὴν ἀραχνιασμένη σκεπὴ μὲ τύφλα καὶ μυστήριον.

Ἀλλὰ τὸ φῶς χύνεται τόρα κάτασπρο στὰ μαυρειδερὰ κουρέλια τῆς φορεσιᾶς καὶ τὰ μελαχροινὰ κρέατα, ἕως τὸ πρόσωπον ἐπάνω καὶ μὲ τὸ κεφάλι τοῦ ζητιάνου, σὰν νὰ θέλῃ περίεργο νὰ ἰδῇ, ἄν ἄφισε μὲ τὸν ὕπνο τὴν ψευτιὰ ἤ τὴν κρατεῖ πολυάκριβη ἐπάνω του, ὅπως καὶ τὴ φορεσιά του. Ἀλλὰ κοιμᾶται ἥσυχος ὁ Τζιριτόκωστας μὲ τὰ σκέλια χαυδωτά, τὰ χέρια ἀνοιγμένα ζερβόδεξα, λὲς καὶ πάσχει ν' ἀγκαλιάσῃ τὸ ἄπειρο γιὰ νὰ τὸ ρίξῃ στὸ σακκοῦλι του· τὸ πρόσωπο γυρισμένο ἀπίστομα, τὸ σῶμα σύψυχα παραδομένο στοῦ ὕπνου τὴν χαλυβένια δύναμη. Τὸ δασοτριχωμένο στῆθος του γλυκανεβαίνει κανονικὰ μὲ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς ἥσυχους, ἀχολοτάραχτους, ὅπως κάθε ἀκριβοδίκαιου ἀνθρώπου. Τὸ μέτωπό του λάμπει καθαρὸ καὶ ἀσυγνέφιαστο. Τὸ ἡλιοψημένο πρόσωπό του, ἀργυροκυκλωμένο ἀπὸ τὰ ψαρὰ μαλλόγενα, μὲ τὰ φρύδια χοντρά, καμαρωμένα, τὰ ματόφυλλα κλειστά, τὰ μουστάκια ἥμερα, καλοστριμμένα, τὰ χείλη μισανοιγμένα στὸ χαμόγελο, χύνει συμπάθεια καὶ ἁγιοσύνην ἀχτινοστεφάνωτη. Καὶ τὸ σύνολόν του, ἀπὸ τὰ πόδια ἕως τὴν κορφή, δείχνει πολύπαθον ἐξωμάχο, ποὺ μὲ τὸν ἵδρωτα καὶ τὴν τιμὴ κερδίζει τὸ ψωμί του, ἀναπαυμένον ἀπὸ βαρὺν τὸν κάματο.

Στὴ γωνία παραπέρα, τὸ γαϊδουράκι του διπλοπόδι κατάχαμα, τὴν τραγανὴ φάκνα του ἀργομασᾷ καὶ παίζει τ' αὐτιὰ καὶ ἀνοιγοκλεῖ τὰ μάτια, σὰν νὰ τὰ θαμπώνῃ τὸ ἐλάχιστο φῶς. Καὶ στὴν ἄλλη γωνία ὁ παραγιός, κουβαριασμένος μὲ τὰ κουρέλια του, βογγᾷ καὶ στενάζει σὰν πληγωμένο ἀγριοδάμαλο, ρίχνοντας θλιβερὴ καὶ ἄγρια τὴ βραχνὴ φωνή του··

− Μά!… ὄρε μάννα!…

Ὁ Μουτζούρης ἦταν δεκαπέντε χρονῶν καὶ θὰ ἐφαινόταν βεργολυγερὸ λεβεντόπαιδο, ἄν δὲν ἦταν σακατεμένος. Ὁ Ἅγιος Πέτρος, τὸ χωριό του, ἐγειτόνευε μὲ τὸ χωριό τοῦ Τζιριτόκωστα καὶ στὴ ζητιανικὴ δόξα ἦταν ἐφάμιλλο, ἄν ὄχι καλύτερο ἀπό ἐκεῖνο. Οἱ κάτοικοί του ἐσυνήθιζαν συφάμελοι νὰ βγαίνουν στὸ ταξεῖδι. Ἕνα δρόμο ἔπαιρναν οἱ γυναῖκες, ἄλλον οἱ ἄντρες καὶ ἄλλον τὰ ὄψιμα παιδιὰ σερνικοθήλυκα. Ἄν ἦσαν καὶ μερικὰ γεννημένα σακάτικα κι ἐκεῖνα δὲν ἔμεναν ἄεργα. Πολλοὶ ἀρχιζητιάνοι τὰ ἔπερναν μ' ἐνοίκιο, τὰ ἐδασκάλευαν στὸ ψυχολόγι κι ἐγύριζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ προβάλλοντας τὸ ἄθλιο πάθημά τους στῶν θεατῶν τὸ ἔλεος.

Ἀφ' ὅτου ὅμως ὁ Τζιριτόκωστας ἄρχισε τὸ διαμετακομιστικὸ ζητιανοεμπόριό του στὸ ἐξωτερικὸν καὶ πολλοὶ τὸν ἐμιμήθηκαν, ἡ ἀπαίτησις τῶν γονέων ἔγινεν ἀκριβότερη καὶ ἡ ὑπόληψίς τους ἐμεγάλωσε. Ἀπὸ δεκαπέντε καὶ εἴκοσι δραχμές, ποὺ ἔπερναν πρὶν κατὰ μῆνα, τόρα ἐζητοῦσαν πενῆντα κι ἑξῆντα καὶ ἤθελαν νὰ ἐπισημοποιεῖται μὲ συνάλλαγμα ἡ πρᾶξις τους. Τί ἄλλο καλύτερο εὐτύχημα, παρὰ νὰ εἶνε κανεὶς πατέρας τριῶν τεσσάρων σακατεμένων παιδιῶν; Μὲ αὐτὰ ἠμποροῦσε χωρὶς νὰ κινηθῇ ἀπὸ τὸν τόπο του, χωρὶς τὸ δαχτυλάκι του νὰ σηκώσῃ, νὰ γίνῃ πλούσιος.

Καὶ, κατὰ παράδοξη σύμπτωση, ἀπὸ τότε ἄξινε καὶ ἡ σακατοπαραγωγὴ τοῦ Ἁγίου Πέτρου. Τὰ περισσότερα παιδιὰ ποὺ ἐγεννιῶνταν ἦσαν κουτσοκουλόστραβα. Διάφορες συζητήσεις ἔγιναν γιὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν ἀντρῶν. Ἄλλοι τὸ ἀπόδωκαν στὸ νερό, ἄλλοι στοὺς κόπους, ἄλλοι στὸ στραβοπλάγιασμα καὶ τὸ ξεκατίνιασμα τῶν γυναικῶν τους. Εὑρέθηκαν μερικοὶ ποὺ ὑποστήριξαν πὼς προέρχεται ἀπὸ γειτονικὰ μάγια· καὶ ἄλλοι πολλοὶ ποὺ ἐπίστεψαν στὸ ἄτεχνο πιάσιμο τῆς μαμῆς.

Ἀπὸ τὶς γυναῖκες οἱ περισσότερες ἔμειναν ἐντελῶς ἀδιάφορες. Ἤξευραν ὅτι ἔπρεπε νὰ γεννήσουν κι ἐγεννοῦσαν, χωρὶς νὰ φροντίζουν γιὰ τὸ βρέφος τους. Οἱ ἄντρες μὲ τὴν ἀπάνθρωπή τους πράξη καὶ μὲ τοὺς χρηματιστικοὺς ὑπολογισμοὺς κατόρθωσαν νὰ ξερριζώσουν λίγο κατ' ὀλίγον ἀπὸ μέσα τους τὸ μητρικὸν αἴσθημα, τὸ λαθροκρυμμένο ἀπὸ γενεὰς γενεῶν στὰ γόνιμα στήθη κάθε γυναίκας καὶ νὰ φυτέψουν ἄλλο. Καὶ τὸ ἄλλο αὐτὸ ἦταν τὸ συμφέρον. Λίγο ἦταν τάχα νὰ συνάζῃ κανεὶς δύο καὶ τρεῖς χιλιάδες δραχμὲς τὸν χρόνο ἀπὸ τὰ παιδιά του; Θὰ χτίσουν μὲ αὐτὲς σπίτι μεγάλο καὶ θὰ λογαριάζονται στὸ χωριό! Ἔπειτα μήπως θὰ πάθαιναν τίποτε τὰ παιδιά! Θὰ ζοῦσαν καὶ θὰ παραζοῦσαν καὶ θὰ ἦταν εὔκολο νὰ βγάζουν χρήματα ὅ,τι ὥρα ἤθελαν!…

Εὑρέθηκαν ὅμως καὶ γυναῖκες ποὺ ἐπίστεψαν ἀληθινὰ τὰ λόγια τῶν ἀντρῶν τους. Τὰ στοιχειά, ποῦ ἀλλοῦ θὰ πᾶνε παρὰ στὰ παλιοχώρια καὶ τὰ παλιόσπιτα; Ποιανοὺς θὰ πειράξουν περισσότερο παρὰ τ' ἀδύνατα βρέφη οἱ καλότυχες νεράϊδες; Εὑρέθηκαν ἀκόμη καὶ ἄλλες, οἱ πλέον ἔξυπνες καὶ οἱ πλέον ἀναίσθητες, ποὺ ἐγέλασαν μόνον πονηρὰ καὶ τίποτε περισσότερο.

Ἡ μάνα ὅμως τοῦ Μουτζούρη, ἡ Χαϊδεμένη, δὲν ἐχαμογέλασε. Οὔτε τῶν ἀντρῶν τὰ λόγια ἐπίστεψε, οὔτ' ἔμεινεν ἀναίσθητη. Ἐπικραναστέναζε σὲ κάθε νέον ἐξάμβλωμα ποὺ ἐγεννοῦσε κι ἔμενε βυθισμένη σὲ σκοτεινοὺς συλλογισμοὺς μῆνες ὁλάκερους. Κι ἔπειτα, στὴ νέα ἐγκυμοσύνη της, ἔπαιρνεν ὅλες τὶς δυνατὲς προφυλάξεις κι ἐκρεμοῦσεν ὅλων τῶν εἰδῶν τ' ἀβασκαντήρια καὶ τὰ ἐκκλησιασμένα μαντήλια ἐπάνω της.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Γατσούλης, ὁ ἄντρας της, ἔδειχνε τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ φυσιολογικὴ γέννα τῆς γυναίκας του. Σὲ ὁποιοδήποτε μέρος τοῦ κόσμου καὶ ἄν εὑρισκόταν ἐπαρακολουθοῦσε μὲ τὸν νοῦ τὴν ἐγκυμοσύνη τῆς Χαϊδεμένης, ἐμετροῦσε τοὺς μῆνες κι ἐφρόντιζε νὰ βρίσκεται κοντά της στὴν κοιλοπόνια καὶ νὰ δέχεται αὐτὸς στὰ χέρια του τὸ βρέφος καὶ ὄχι νὰ τὸ ἐμπιστεύεται στῆς μαμῆς τ' ἀγριόχερα!

Δυστυχῶς, μὲ ὅλες τὶς προφυλάξεις τῆς Χαϊδεμένης καὶ μὲ ὅλες τὶς φροντίδες τοῦ Γατσούλη, τὰ παιδιὰ ἐγεννιῶνταν, ἕνα μὲ τ' ἄλλο, ὅλα σακατεμένα. Ἐννιὰ εἶχε γεννήσει καὶ τὰ ἐννιὰ ἐβγῆκαν μὲ τὸ πάθημά τους. Ὁ Γατσούλης ἐθλιβόταν κατάκαρδα γιὰ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἔπαυε, μόλις ἔφτανε καθένα στὰ τέσσερα−πέντε χρόνια, νὰ τὸ νοικιάζῃ συμφερτικὰ στοὺς ἀρχιζητιάνους. Κι ἐπαρηγοροῦσε πάντα τὴ γυναῖκα του μὲ φιλοσόφου ἀπάθεια: Ὁ Θεὸς τὰ ἔδωκε· δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν Θεό!…

Στὴν τελευταία της γέννα ἡ Χαϊδεμένη δὲν εἶχε τὸν ἄντρα κοντά της καὶ ὅμως ἐγέννησε μονόκοιλα δύο παιδιά· τὸν Μουτζούρη κι ἕνα θηλυκό. Ἦταν ὅμως τόρα καὶ τὰ δύο γερὰ καὶ καλοπλασμένα. Τίποτα δὲν τοὺς ἔλειπε. Ἡ Χαϊδεμένη, ὅταν τὰ εἶδε, λίγον ἔλειψε νὰ τρελλαθῇ ἀπὸ τὴ χαρά της. Τὰ ἐπῆρε κοντά της καὶ ζηλότυπη οὔτε τὴν ἀντραδέρφη, οὔτε τὴ μαμὴ ἄφησε νὰ τὰ πλησιάσῃ εἴτε καὶ νὰ τὰ πασπατέψῃ καθόλου. Ὅλη τὴν ἡμέρα ἐτραγουδοῦσε καὶ τὰ ἐκανάκευε· ἄστρι καὶ πούλια τὰ ἔλεγεν, ἥλιο καὶ φεγγάρι, ζωή της καὶ ψυχή της παντοτινή, ἐλπίδα καὶ χαρά της ἀβασίλευτη.

Τὴν ἄλλη τὴν ἡμέρα ἦρθε καὶ ὁ ἄντρας της ἀπὸ τὸ ταξεῖδι. Ὅταν τῆς ἔφεραν τὰ συχαρίκια γιὰ τὸ φθάσιμό του, ὅταν τὸν εἶδε στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ψηλόν, μεγαλόσωμο, νὰ πλακώνῃ μὲ τὸν γιγάντιον ἴσκιο του βαρειὰ τὴν ὁλόχαρη ἀντηλιὰ τοῦ τοίχου, σφάχτη αἰσθάνθηκε στὴν καρδιὰ καὶ ἀθέλητα ἔσκυψε στὰ παιδιά της, λὲς κι ἐφρόντιζε νὰ τὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὸ βάσκανο μάτι φοβεροῦ δράκοντα. Ἀλλ' ὁ ἄντρας τῆς ἔδειξε τόση χαρά, ὅταν ἔμαθε πὼς καὶ τὰ δύο ἦταν τέλεια, τόσα γλυκομιλήματα κι ἐπαίνους εἶπε σ' ἐκείνη, καὶ μὲ τόση τρυφεράδα ἐπῆρε τὰ παιδιὰ ἕνα μὲ τ' ἄλλο στὴν ἀγκαλιά του, ὥστε ἡ δύστυχη μάννα εὐθὺς ἀναγάλλιασε κι ἔδιωξε τὸν σφάχτη καὶ τοὺς φόβους της ὅλους. Ἄρχισε μάλιστα νὰ βρίζῃ μυστικὰ τὸν ἑαυτό της γιατὶ τὸν ὑποψιάστηκε. Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέρα ἐπῆγε στὸ ρέμμα νὰ πλύνῃ ἥσυχη, ἀφοῦ ἐπῆρε δύο καὶ τρεῖς φορὲς τὸν λόγο τοῦ ἀντρός της πὼς κατὰ τὴν ἀπουσία της δὲν θὰ ἔκανε βῆμα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ δὲν θ' ἄφινε καμμιά, μὰ καμμιά θηλυκὴ εἴτε σερνικὴ ψυχὴ νὰ πλησιάσῃ τὰ παιδιά της.

Κατὰ τὸ κοντόβραδο, ὅταν ἡ Χαϊδεμένη ἐγύρισε στὸ σπίτι, ὁ Γατσούλης ἔλειπε. Ὑποψιασμένη ἔτρεξεν εὐθὺς στὴ γωνία, ὅπου εἶχεν ἀφημένα τὰ παιδιά. Ἀλλὰ μόλις ἐσήκωσε τὸ μάλλινο σκέπασμά τους, τρανὴν ἔρριξε κραυγὴ κι ἐλιποθύμησε. Καὶ ὅταν ἐσυνῆρθε, ξεμυαλισμένη, μὲ τὰ μαλλιὰ ξέπλεκα, τὰ μάτια ἀγριεμένα, δέρνοντας τὰ στήθη τῆς ἄπονα καὶ θεορρίχνοντας τὸν ἄντρα της ἐροβόλησε πάλι στὸ ρέμμα κι ἐχάθηκε γιὰ πάντα.

− Βρὲ τὴν κουτή! εἶπεν ὁ Γατσούλης, ὅταν ἐγύρισε στὸ σπίτι μεθυσμένος καὶ οἱ γειτόνοι τοῦ εἶπαν τῆς γυναίκας του τὸ πάθημα. Τί φταίω ἐγὼ σὰν ἔρχεται τὸ Στοιχειὸ καὶ πλακώνει τὰ παιδιά της!…

Τὴν ἄλλην ὅμως ἡμέρα ἔκλαψε κι ἐπενθοφόρεσεν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἄρχισε νὰ λογαριάζῃ κατὰ πόσο θ' ἄξεναν τὰ εἰσοδήματά του ἔπειτ' ἀπὸ ὀχτὼ−δέκα χρόνια, ὅταν θ' ἄρχιζε νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰ δύο νέα του παραλλάγματα.

Ἀλλὰ τὸ θηλυκό, τὸ φρικτότερα στρεβλωμένο, γρηγορώτερα καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπολογισμούς του ἄρχισε νὰ τοῦ δίνῃ μεγάλα κέρδη. Δίχως νὰ τὸ γυμνάσῃ καθόλου στὸ ψυχολόγι, τὸ ἐνοίκιασε στὸν Ἀγριόγατον κι ἐκεῖνος τὸ ἔσερνε στοὺς δρόμους τοῦ Μεσολογγιοῦ, τυλιγμένο σὲ μιὰν ἀντρομίδα, καλοδεμένο ἐπάνω σ' ἕνα γαϊδουράκι καὶ τὸ ἔδειχνε παίρνοντας ἀπὸ μία πεντάρα σὲ κάθε θεατή. Πολλὲς γυναῖκες στὴν ὄψη του ἐλιποθύμησαν καὶ ἄλλες ἔγκυες ἀπόρριξαν. Ἀλλὰ καμμία δὲν ἀρνήθηκε νὰ δώσῃ τὴν πεντάρα της γιὰ νὰ ἰδῇ τὸ φοβερὸ παράλλαμα.

Ἀργότερα ἐπαράδωκε καὶ τὸν Μουτζούρη ὁ Γατσούλης στὸν Τζιριτόκωστα μὲ συμφερτικὸν ἐνοίκιο. Καί, ὄσῳ ἔπαιρνε τὸ ἐνοίκιό του ταχτικά, ὁ Μουτζούρης δὲν ἦταν πεπρωμένο ν' ἀλλάξῃ κύριο. Τόρα ὅμως ὁ παραγιὸς ὑπόφερε φριχτοὺς πόνους. O Χαλὴλ ἀγᾶς τὸν εἶχε χτυπήσει ἀλύπητα. Πρησμένο, καταμελανιασμένον ὅλο του τὸ πρόσωπο, δὲν ἔχει πλέον ἐξοχὴ εἴτε λάκκωμα, ἀλλ' ἔρχεται καὶ σμίγει μὲ τὸ ἐπίλοιπο κεφάλι, σὰν μιὰ μεγάλη καὶ ὁλοστρόγγυλη σφαίρα. Καὶ, σὰν παρασαρκίδα τῆς σφαίρας αὐτῆς, τὸ δεξὶ μάτι λευκοκόκκινο, θαμπὸ καὶ ἀκίνητο, προβάλλει μέσ' ἀπὸ τὰ πρησμένα ματόφυλλα, ἀτενῶς κοιτάζοντας καὶ φρίκη προξενῶντας μὲ τὴ νέκρα του. Στὰ ρουθούνια τοῦ ἀποκάτω καὶ τοῦ στομάτου τὶς γωνίες καὶ στ' αὐτιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἄφθονον ἔτρεξε προχθές, σταματισμένο τόρα, κακαριασμένο, δείχνει πορειὰ ἐπίφοβη πὼς ἀνοίχτηκε στὸν τροφοδότη τοῦ σώματος καὶ τῆς ζωῆς τὸν κυβερνήτη. Οἱ ἄγριες βουρδουλιὲς τοῦ ἀγᾶ ζώνουν τὸ μελαχροινὸ κορμί του μὲ ζωνάρια γαλαζόμαυρα καὶ φουσκαλιασμένα, ἕτοιμα νὰ πέσουν στὴ γάγγραινα, παρόμοια μὲ φίδι ἐπίβουλο, ποὺ ἐτύλιξε τὸ σῶμα καὶ περισφίγγει γιὰ νὰ τὸ παραδώσῃ ἀσφυχτικὸ στὸ θάνατο.

−Μά! Ὄρε μάννα!

−Τί βογγομαχᾷς ἔτσι, μωρέ!… ἐφώναξεν ἔξαφνα ὁ Τζιριτόκωστας ἀνοίγοντας τὰ μάτια. T' ἔχεις καὶ δὲ μ' ἄφηκες ὅλη νύχτα νὰ κλείσω μάτι, ἀναθεματισμένε!

−Ἄχ, δὲν μπορῶ, ἀφεντάκη! θὰ πεθάνω!… ἐψιθύρισε μόλις ὁ Μουτζούρης.

−Μωρὲ, τί λές; ἐρώτησε μὲ ράθυμη καὶ εἰρωνικὴ φωνὴ ὁ ζητιάνος. Μωρέ, δὲν πᾷς νὰ μοῦ χαθῇς, λέω, ποὺ πίστεψες πὼς μπορεῖς κι ἐμὲ νὰ κοροϊδέψῃς!… Ἄμ τότε ποὺ πήγαινες ἐσύ, ἐγὼ ἐρχόμουν, κακομοίρη!

−Ἄχ, ἀφεντάκη, πεθαίνω καὶ δὲν μὲ πιστεύεις, λέω! ἐξανάειπε μὲ παράπονο ὁ παραγιός.

−Μωρ' ἐσένα θὰ πιστέψω! δὲν πᾷς νὰ μοῦ χαθῇς, διαβολόσπαρμα…

−Ἄχ, τόσον παρᾶ ἔβγαλες ἀπὸ μένα καὶ τόρα μὲ βρίζεις; Τί μοῦ εἶπες καὶ δὲν ἔκανα! Ποιὸν μοῦ εἶπες καὶ δὲν ἀπάτησα γιὰ χατῆρι σου!

Ἀλλ' ἀντὶ νὰ συγκινηθῇ, σκυλὶ ἔγινεν ὁ Τζιριτόκωστας ἀπὸ τὸν θυμό.

−Καὶ τί, μωρέ, κι ἄν ἔβγαλα παρᾶ! ἐφώναξεν ἀγαναχτισμένος. Μπὰς καὶ τὸν ἔβγαλα χάρισμα; Τὸ ξέρεις καλά· πεντακόσες δραμὲς ἔδωκα στὸν πατέρα σου γιὰ τὸ παλιοτόμαρό σου καὶ τσαμπουνᾷς ἀκόμη… Δὲν σὲ τρέφω, μωρέ· δὲν σὲ ποτίζω; Ἄν ἔχῃς παράπονο, φωτιὰ θὰ ρίξῃ ὁ Θεὸς νὰ σὲ κάψῃ!… Ἤθελα νὰ πέσῃς σ' ἄλλα χέρια καὶ τότε νὰ σὲ καμαρώσω!… Ἀντί, κακομοίρη, νὰ βλογᾷς τὴν τύχη ποὺ σ' ἔρριξε στὰ δικά μου, κάθεσαι καὶ τσαμπουνᾷς ἀκόμη!… Ἔλα, σήκω νὰ βγοῦμε σήμερα νὰ μάσουμε κάνα λεφτό, νὰ μὴ χάσουμε τὴν ἡμέρα.

O Τζιριτόκωστας ἐσηκώθηκεν ὁλόρθος, ἀνακλαδίσθηκε δυὸ−τρεῖς φορές, νὰ διώξῃ ἀποπάνω του τὴν κούραση καί, ψαχουλεύοντας στὸ ἀχυρόστρωμα, ἔσυρε τὸ μπαστοῦνι του. Ἔπειτα, καθίζοντας στὰ γόνατα καὶ στηρίζοντας δυνατὰ μὲ τὴ ράχη του τὴν πόρτα, ἀναποδογύρισε μὲ δύναμη τὸ μπαστοῦνι του κι ἐπάνω στὸ μαλακὸ χῶμα ἐχύθηκαν ἕνα μὲ τ' ἄλλο πολλὰ χρυσᾶ νομίσματα.

O Τζιριτόκωστας δὲν ἦταν πλέον ὁ μικρὸς καὶ ἀνυποψίαστος ζητιάνος τοῦ πρώτου ταξειδιοῦ, ποὺ τὸν ἔπαιξεν ὁ Κλουτσινιώτης σὰν ἀγράμματο. Τὸ πρῶτον ἐκεῖνο πάθημα τοῦ ἔγινε μάθημα. Δὲν ἐμπιστευόταν πλέον σὲ κανένα, οὔτε σ' αὐτὰ τὰ παιδιά του. Γιὰ νὰ ἔχῃ ἀσφαλισμένα τὰ χρήματά του καλύτερα, δὲν τὰ ἔβαζε πλέον στὸ κεμέρι, ποὺ ἦταν εὔκολο κάθε ὥρα νὰ τοῦ λυθῇ, εἴτε καὶ νὰ ἐπιθεωρηθῇ ἀπὸ καμμιὰν ἀστυνομικὴ ἀρχή. Οὔτ' ἔρραφτε τὰ χαρτονομίσματα, ὅπως ἄλλοι συντεχνίτες του, στὰ κουρέλια τῶν φορεμάτων, στὰ μπαλώματα τοῦ βρακιοῦ εἴτε στὶς λόξες τῆς φουστανέλλας του. Νεωτεριστὴς στ' ἄλλα ἠθέλησε νὰ νεωτερίσῃ καὶ σ' αὐτὸ τὸ ἔθιμο. Μὲ μιὰ ἀναμμένη τουφεκόβεργα ἐτρύπησε τὸ μπαστοῦνι καὶ τὸ ἔκαμε θησαυροφύλακα βουβὸν κι ἐμπιστεμένον. Ἕνα παλιομπάστουνο ἐκεῖ, κατάλληλο μόνον γιὰ τὰ κεφάλια τῶν μαντροσκύλων, ποιὸς θὰ θελήσῃ νὰ τὸ προσέξῃ; Ἀνήσυχος ὅμως πάντοτε, πάντοτε ἄπιστος καὶ στὸν ἴδιον ἑαυτό του, ἄν καὶ τὸ μπαστοῦνι τὸ εἶχε χωμένο καλὰ καὶ ἀσφαλισμένο ὅλη τὴ νύχτα ἀπὸ κάτω του, ἠθέλησε τόρα νὰ βεβαιωθῇ περισσότερο. Μὲ τρεμάμενα ἀπὸ τὴ συγκίνηση χέρια καὶ μὲ καρδιά ἀνήσυχη, ἐπῆρεν ἕνα−ἕνα τὰ νομίσματα καὶ τὰ ἐμέτρητε πάλι. Ἦταν σωστά· τριάντα λίρες τουρκικές. Τὶς εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν Κοέν, τὸν Ἑβραῖο, στὴ Λάρισα κι ἔδωκε χαρτονομίσματα. Ἀνάσανε βαθειά· ἦρθεν ἡ καρδιὰ στὴ θέση της. Ἀλλ' ἀπὸ τὴ συνήθεια καὶ τὴ δυσκολοπιστία του, ἔσυρε τὸ χέρι στὸ χῶμα ὁ ζητιάνος, πασπατεύοντας, σηκόνοντας καὶ τὸ ἐλάχιστον ἄχυρο, μήπως καὶ ἄλλη καμμιὰ φανερωθῇ, ἀνέλπιστα ζητῶντας πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔχασε. Ἔπειτα ἔβαλεν ὅλες πάλι, τὴ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, μέσα στὸ μπαστοῦνι, τὸ ἐσφήνωσε καλὰ ἐπάνω καὶ κάτω, τὸ ἐκούνησε δυνατά, τὸ ἐχτύπησε κατὰ γῆς καί, ἀφοῦ ἐβεβαιώθηκε πὼς κανένα δὲν ἔβγαζεν ἦχο νὰ τὸν προδώσῃ, ἐσηκώθηκεν, ἐπῆρε τὰ σακούλια στὸν ὦμο του κι ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὸν ἀχυρῶνα. Πρὶν ὅμως ἔβγῃ, ἐφρόντισε νὰ συμμαζωχθῇ μὲ τὰ κουρέλια του, νὰ συγκεντρωθῇ μέσα στὸν ἑαυτό του, ὅπως ἡ χελῶνα μέσα στὸ καύκαλό της.

Τὸ χωριὸ ἐφαινόταν ἔρημο ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη. Καπνοδόχη καμμιὰ δὲν ἐκάπνιζε· φοῦρνος δὲν ἔκαιγεν· ἀνθρωπινὴ μορφὴ πουθενὰ δὲν ἐπρόβαλε. Κλῶσσες μόνον μὲ τὰ κλωσσοπούλια τους ἐγύριζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ μυτίζοντας τὴ λάσπη καὶ χοῖροι καλοθρεμμένοι καὶ ἀγριότριχοι ἐκυλιόνταν μακαρίως στοῦ δρόμου τὸν βόρβορο. Σκελετωμένα καὶ ψωριάρικα σκυλιὰ ἐψαχούλευαν μὲ τὴ μύτη κολλημένη στὴ γῆ, περίγυρα στὸ Κονάκι, μήπως εὕρουν ἀπὸ τὰ περασμένα γεύματα τοῦ ἀγᾶ κανένα παλιοκόκκαλο, καὶ γάτες φιλάρεσκες περισσότερον ἀπὸ τὶς γυναῖκες τοῦ χωριοῦ ἡλιάζονταν ξαπλωμένες ἐπάνω στὶς σκεπὲς κι ἔνιβαν ἀδιάκοπα μὲ τὴ γλωσσίτσα τὴν γιαλιστερὴ καὶ μαλακὴ τρίχα τους. Στὸν στύλο ἑνὸς γιαπιοῦ ψαρῆς σαραντοπληγιάρης καὶ τυφλός, δεμένος μ' ἕνα βρώμικο κουρέλι ἀπὸ τὸν λαιμό, ἔστεκε νυσταγμένος καὶ ἀνήμπορος. Ἡ φάκνα του −ἕνα δεμάτι ἀπὸ ξανθόχρυσο ἄχυρο−, δεμένη κι ἐκείνη μ' ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὸν στύλο, ἐκρεμόταν κάτω ἀπὸ τὸ στόμα του, ἔγγιζε σχεδὸν τὰ ρουθούνια καὶ τὰ πλαδαρὰ χείλη του, λὲς καὶ ἤθελε νὰ τοῦ θυμίσῃ πὼς ἔπρεπε νὰ φάγῃ. Ἀλλ' ἐκεῖνος τόσον ἦταν ἄρρωστος, ὥστ' ἐβαρυνόταν καὶ ν' ἀνοίξῃ τὸ στόμα καὶ νὰ φρυμάξῃ ἀκόμη, γιὰ νὰ διώξῃ τ' ἄχυρα ποὺ τὸν ἀγγύλωναν. Οἱ χαλκόμυγες σύγνεφο ἐκάθονταν στὶς κόκκινες καὶ ὑδρωπικιασμένες πληγές του· ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴ θέληση νὰ κουνήσῃ τὴν οὐρὰ καὶ νὰ τὶς διώξῃ ἀπὸ πάνω του. Περικυκλωμένος μὲ ράθυμη ἔκφραση μέσα κι ἔξω του, ἔδειχνε πὼς δὲν εἶχε δύναμη, ἀλλ' οὔτε καὶ τὴ θέληση, νὰ ζήσῃ. Ὅμως, γιὰ φυσικὴ ἀντίθεση τοῦ ταλαίπωρου αὐτοῦ ζωντανοῦ, ἐπέρασε μιὰ στιγμὴ τετραποδίζοντας ἀπ' ἐκεῖ πρωτομηνιάτικο γαϊδουράκι, ὁλόχαρο καὶ παιγνιδιάρικο. Ζωηρό καὶ πηδηχτὸ μὲ τ' αὐτάκια του ὁλόσειστα, τὴν οὐρά του μισοσηκωμένη, ἐπλησίασε στὸ παλιάλογο κι ἐμυρίσθηκε τὴ φάκνα του. Ἔπειτα ἐκίνησε τὰ χείλη μὲ μορφασμὸ δυσαρέσκειας, σὰν νὰ ἐταλάνιζε τὸν ψαρῆ καὶ τὴν κατάστασή του. Κι ἔξαφνα, σὰν νἀ αἰσθάνθηκε κανένα πίσω του, ἐπρόγγιξεν ὁλόκορμο, ἐφτερνοκόπησε τὴ γῆ, ἐτίναξεν ἐμπρὸς τὸ κεφάλι του κι ἐλάκησε πέρα, τρανολαλῶντας μὲ τὴν μεταλλικὴ φωνή του στὸν αἰθέρα τὴν πύρινη ζωὴ καὶ τὴ λαχτάρα, ποὺ διαδέχεται παντοῦ στὴ φύση τὴ ραθυμία καὶ τὴν κακομοιριὰ κάθε ζωντανοῦ.

Ὅλα τὰ σπιτάκια τοῦ χωριοῦ ἦταν κατάκλειστα. Χαμηλὰ καὶ συμμαζεμένα καὶ παραπονιάρικα, εἶχαν ἀπαράλλαχτη τὴν ἔκφραση τῶν εὐτελῶν ἐνοίκων τους. Κι ἐμπρός, ἀγέρωχο καὶ θρασὺ, ἐψήλωνε τὸ Κονάκι τοῦ Μπέη, μὲ τὴν αὐλὴ περιμαντρωμένη ἀπὸ μάντρα ψηλὴ καὶ ὀδοντωτή, δυναμωμένη ἀπὸ πύργους καὶ πολεμίστρες σὰν ὀχύρωμα· μὲ τὴν μεγάλη του πύλη θριαμβευτικὴ καὶ ἄξια ὅλες τὶς ἄλλες οἰκοδομὲς νὰ καταβροχθίσῃ· μὲ τὰ μεγάλα του παράθυρα ὀρθάνοιχτα καὶ μὲ τὶς πυργωτὲς γωνίες του, ὅπου οἱ πελαργοὶ εἶχαν πλέξη τὶς κοφωτὲς φωλιές τους κι ἐσάλπιζαν καθημερινὰ στοὺς ἀνάξιους δούλους ἐξεγερτήριο σάλπισμα.

Τὰ κιουτσέκια τετράγωνα, μὲ λιγαριὰ πλεγμένα, ὀρθὰ ἐπάνω στὰ τέσσερα ψηλὰ ξύλα τους ἔμοιαζαν ὀγκώδη καὶ τετράποδα πουλιά, ἄγνωστα στὴ ζωολογία, στὸν ἐπίλοιπον κόσμον ἀνύπαρκτα, γεννήματα μόνον ἀποκλειστικὰ τῆς ποταμιᾶς ἐκείνης, τοῦ βάλτου καὶ τῆς ἀθλιότητος τρόφιμα. Ἀπὸ τὰ μεσοπλεύριά τους διαστήματα, τὰ ἐντελῶς γυμνά, ἐμπαινόβγαινε τοῦ Ἀπριλιοῦ ὁ κρύος ἀέρας κι ἐξέραινε κάθε ὀργανικὴ σπορὰ κι ἔδιωχνε μακρὰν ἀπὸ τὸν κλεισμένον καρπὸ τὴ μοῦχλα καὶ τὴ σαπίλα. Καὶ κάτω τὸ πηγάδι μὲ τὰ φιλιατρά τοῦ σκορπισμένα, χρήσιμα μόνον γιὰ πλάκες πλυσίματος στὶς γυναῖκες· καὶ ἡ ἐκκλησούλα ἡ χαμηλή, μὲ τοὺς λεπριασμένους τοίχους, μὲ τὸ μισοκρεμνισμένο κωδωνοστάσι καὶ τὴ χαρβαλωμένη σκεπή της· ἡ λεύκα ἡ ψηλὴ καὶ ὀλιγόκλαδη σὰν φθισικὸς γίγαντας, ὅλα εἶχαν ἐπάνω τούς τὴ σφραγίδα τῆς ἐρημιᾶς, σὰν νὰ ἦταν τὸ χωριὸ ἀπὸ πολὺν καιρὸν ἀκατοίκητο.

Ἡ θλιβερὴ εἰκόνα ἔθλιψε κατάκαρδα καὶ τὸν Τζιριτόκωστα. Εὐθὺς ἐσκέφθηκε πὼς ἡ ἡμέρα του θὰ ἐπερνοῦσε χωρὶς νὰ ρίξῃ τίποτε κέρδος στὸ σακκοῦλι του. Ἐπῆρεν ὅμως τὴν προσηλιακὴ πλευρὰ τοῦ χωριοῦ, ὅπου τὰ σπίτια εἶχαν τὶς πόρτες καὶ τὰ παραθύρια τους, τὸν τοῖχο−τοῖχο κι ἔσπρωχνε μὲ τὸν ὦμο του κάθε πόρτα, μὲ τὴν κρυφὴν ἐλπίδα μήπως καμμιὰ κατὰ τύχη ἔμεινεν ἀμπάρωτη. Τί θὰ ἔχανε τάχα μέσα στὴ μοναξιὰ ἐκείνη, ἄν κατώρθωνε νὰ συμμαζώξῃ ὅλο τὸ ἐσώθεμα ἑνὸς Καραγκούνη;

Ἀλλὰ τὰ σπίτια ὅλα ἦσαν καλὰ μανταλωμένα. Ὁ Τζιριτόκωστας, ἀπογοητευμένος, ἐσκέφθηκε νὰ γυρίσῃ πάλι στὸν ἀχυρῶνα του, ὅταν ἄκουσε πίσω ἀπὸ τὸ κονάκι παιδιῶν φωνὲς καὶ γυναίκεια χασκογελάσματα.

−Μωρ' ἔχει κόσμο ἐδῶ! εἶπεν εὐχαριστημένος.

Ἀληθινά, πίσω ἀπὸ τὸ κονάκι, κάτω ἀπὸ ἕνα κιουτσέκι, μερικὲς γυναῖκες χαυδοσκελωμένες κατάχαμα ἐξεφύλλιζαν τ' ἀραποσίτι, ἐνῷ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἐκυλιόνταν παρέκει κι ἔπαιζαν ἐπάνω σὲ στοίβα κοπριᾶς. Ἐκεῖ ἦταν ἡ Κρουστάλλω πρώτη, ἡ γυναῖκα τοῦ Μαγουλᾶ, καὶ ἡ μάννα της ἡ Σταμάτω, γριὰ καμπουριασμένη καὶ μονοδοντοῦ· Ἀγγελικὴ ἡ Κράπαινα, μελαχροινὴ καὶ ψηλόκορμη· Βασίλω ἡ Τζούμαινα καὶ ἡ παπαδιὰ μὲ τὴν θλιμμένη θυγατέρα της τὴν Παναγιώτα καὶ ἡ Ροῦσα, τοῦ παρέδρου ἡ γυναῖκα, καὶ ἡ Ἀννέτα, βεργολυγερὴ θυγατέρα τοῦ Μπιρμπίλη, καὶ ἡ Χαδούλενα.

Ἡ Παναγιώτα, ξεβραχιονισμένη καὶ γυμνοπόδαρη, μισοκαθισμένη στὸ κεφαλόσκαλο, ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ κιουτσέκι ἀγκαλιὲς ἀραποσιτόκωνους καὶ τοὺς ἔρριχνε κάτω ἀνάμεσα στῶν γυναικῶν τὸν ὅμιλο. Κι ἐκεῖνες, μὲ τὴ λαχτάρα τῶν Ἰνδῶν γυναικῶν, τῆς Νοκόμης καὶ τῆς Μινεχάας, μὲ τὴν ἴδια εὐγνωμοσύνη καὶ στοργὴ γιὰ τὸν χρυσοντυμένον καὶ πρασινόφτερον Μοντάμη, τὸν φίλο τῆς ζωῆς, τὸ γλυκὺ δῶρον τ' οὐρανοῦ, ἐξεφύλλιζαν τοὺς κιτρινοκόκκινους κώνους ἐπάνω στὶς ποδιὲς καὶ τοὺς ἔρριχναν σὲ σωρὸ παρέκει, ἕτοιμους, γιὰ τὸ χτύπημα. Κι ἐνῷ ἐδούλευαν πρόθυμα τὰ χέρια, ἐδούλευε καὶ ἡ γλῶσσα τους ἀκράτητη. Οἱ ζητιάνοι καὶ ἡ ἀφύσικη συμπάθεια, ποὺ ἔδειξαν σ' ἐκείνους οἱ ἄντρες τους, ἦταν τὸ κύριο θέμα τῆς ὁμιλίας. Ἡ Κρουστάλλω δὲν ἠμποροῦσεν ἀκόμη νὰ κρατήσῃ τὴν ἀγανάχτησή της γιὰ τὴν τρομερὴ ἐκείνη πράξη τοῦ Μαγουλᾶ.

−Ὁ κουρούνης! ἔλεγε. Ἀκοῦς νὰ μοῦ πάρῃ τὸ δαυλὶ γιὰ νὰ τὸ δώσῃ στοὺς ψειρίδες;! Δὲν φτάνει ποὺ δὲν εἶν' ἄξιος ν' ἀντρειέψῃ τὸ σπίτι του, μόν' θέλει νὰ συνέμπῃ καὶ στὴν κοιλιά μου… Ἄν φέρῃ κι ἄλλο θηλυκό, κάλλιο μπαλαρμᾶς νὰ τὸν εὕρῃ!…

−Καὶ τ' ἄφηκες τὸ δαυλί; τὴν ἐρώτησε γελῶντας ἡ Τζούμαινα.

−Νὰ τ' ἀφήσω! ἐξεφώνησεν ἡ Κρουστάλλω ἔκπληχτη· δὲν ἄφινα καλήτερα τὰ μάτια μου!

−Δὲν ἔκαμες καλά, καϋμένη, ἐσυμβούλεψεν ἡ παπαδιά· δὲν ἔκαμες καλὰ νὰ τοὺς ἀφήσῃς στὸ σκοτάδι φτωχοὺς ἀνθρώπους!

−Δὲν τοὺς ἔστελνες ἐσύ, ποὺ εἶσαι πλούσια· εἶπε θυμωμένη ἡ Κρουστάλλω.

−Ὄχι πὼς εἶμαι πλούσια, μὰ ἦταν κρῖμα κι ἀπὸ τὸ Θεό· ἐπέμεινεν ἡ παπαδιά. Ἔπειτα ξέρεις, αὐτοὶ γνωρίζουν χίλια−δυὸ μαγικά.

−Δὲ βαρειέσαι ποὺ ξέρουν τὴν κακή τους μέρα!…

−Ἄκου ποὺ σοῦ λιέω! Ἔτσι μιὰ φορὰ στ' Ἀμπελάκια ἦρθ' ἕνας ζητιάνος ποὺ δὲν ἔδινες ἕναν παρᾶ. Μὰ ἐκεῖνος ἤξερε, μπάριμ, νὰ κατεβάσῃ τ' ἀστέρια. Ἔβγαλε τὸ ζούδιο τῆς Δημάκαινας ἀπὸ τὸν Πυργετό. Στὴν Αἴγανη ἔκανε θάματα· τὴ Ρουλιοῦ τὴν ἔκαμε κι ἀπόχτησε σερνικὸ παιδί. Τί ἀρρώστια ἤθελες καὶ νὰ μὴν ξέρῃ τὸ γιατρικό της.

Ἡ Κρουστάλλω ἄκουε τῆς παπαδιᾶς τὰ λόγια καὶ ἄρχισε νὰ χάνῃ τὴν ἀγανάχτησή της. Κοιμάμενες ἐλπίδες ἀνάζησαν πάλι κι ἐπεριπετοῦσαν ὁλόγυρά της χρυσοπράσινες καὶ θαμπωτικές. Τὸ πρόσωπό της, τὸ πλαδαρὸ καὶ ἡλιοψημένο, ἀγλαόμορφο ἔγινεν ἀπὸ τὴ λάμψη τους, τὸ τραχὺ ὄρος τοῦ Σινᾶ.