Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

  • ΛΗΜΜΑ

    • σπουδή
    • ουσιαστικό
    • -ῆς
  • ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ

    • Α. βιασύνη, ταχύτητα |φρ. σπουδὴν ἔχω |η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή εμπρόθετος προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, διὰ σπουδῆς, ὑπὸ σπουδῆς, κατὰ σπουδὴν=γρήγορα, βιαστικά Β. 1. ζήλος, προθυμία, επιμέλεια, φροντίδα |με γεν. ή με εμπρόθετο προσδιορισμό |στον πληθ. σπουδαί=προσπάθειες που γίνονται με ζήλο |η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή εμπρόθετος προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, μετὰ σπουδῆς=με ζήλο, πρόθυμα |φρ. σπουδὴν ἔχω |φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι |φρ. σπουδή ἐστι περί τινος 2. προσπάθεια, κόπος |η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=με μεγάλη προσπάθεια, με δυσκολία, με κόπο, μόλις και μετά βίας 3. αντικείμενο φροντίδας, σπουδαία ασχολία 4. εκτίμηση, σεβασμός για κπ., ευμένεια Γ. σοβαρότητα, σπουδαιότητα |αντ. του παιδιά |η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=σοβαρά, με σοβαρότητα |φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι=παίρνω στα σοβαρά

    Εμφάνιση/Απόκρυψη Σημασιολογίας

    • Α. βιασύνη, ταχύτητα
    • ΘΟΥΚ 7.77.6 σπουδὴ...ἔσται τῆς ὁδοῦ { θα πρέπει να περπατάμε με γρηγοράδα }
    • ΘΟΥΚ 3.49.3 ἐγένετο σπουδὴ τοῦ πλοῦ
    • ΣΟΦ Φιλ 637 ἥ τοι καίριος σπουδή͵ πόνου λήξαντος͵ ὕπνον κἀνάπαυλαν ἤγαγεν { η βιασύνη την ώρα που πρέπει, όταν τελειώσει ο μόχθος, φέρνει ύπνο και ανάπαυση }
    • φρ. σπουδὴν ἔχω
    • ΗΡ 9.8 τὸν Ἰσθμὸν ἐτείχεον σπουδὴν ἔχοντες πολλὴν
    • η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή εμπρόθετος προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, διὰ σπουδῆς, ὑπὸ σπουδῆς, κατὰ σπουδὴν=γρήγορα, βιαστικά
    • ΕΥΡ Εκ 216 Ὀδυσσεὺς ἔρχεται σπουδῇ ποδός
    • ΞΕΝ Ελλ 5.2.42 ἀπεχώρουν πολλῇ σπουδῇ
    • ΣΟΦ Φιλ 1223 ἥντιν΄ αὖ παλίντροπος κέλευθον ἕρπεις ὧδε σὺν σπουδῇ ταχύς;
    • ΕΥΡ Βακ 212 Πενθεὺς πρὸς οἴκους ὅδε διὰ σπουδῆς περᾷ
    • ΘΟΥΚ 3.33.3 ὁ δὲ ὑπὸ σπουδῆς ἐποιεῖτο τὴν δίωξιν
    • Β.
    • 1. ζήλος, προθυμία, επιμέλεια, φροντίδα
    • ΣΟΦ ΟιδΤ 778 σπουδῆς γε μέντοι τῆς ἐμῆς οὐκ ἀξία
    • ΠΙΝΔ Πυθ 4.276 ἀμφὶ Κυράνας θέμεν σπουδὰν ἅπασαν
    • με γεν. ή με εμπρόθετο προσδιορισμό
    • ΠΛ Νομ 740d ἐπιμέλειαι καὶ σπουδαὶ πλήθους γεννημάτων
    • ΠΛ Συμπ 179d θεοὶ τὴν περὶ τὸν ἔρωτα σπουδήν τε καὶ ἀρετὴν μάλιστα τιμῶσιν { τιμούν οι θεοί τιμούν ξεχωριστά τον ζήλο στον έρωτα και τον ηρωισμό }
    • στον πληθ. σπουδαί=προσπάθειες που γίνονται με ζήλο
    • ΕΥΡ Εκ 130 σπουδαὶ δὲ λόγων κατατεινομένων
    • ΠΛ Θεαιτ 173d σπουδαὶ δὲ ἑταιριῶν ἐπ΄ ἀρχὰς { δραστήρια κίνηση των πολιτικών συλλόγων για να καταλάβουν τα αξιώματα }
    • η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ ή εμπρόθετος προσδιορισμός σὺν σπουδῇ, μετὰ σπουδῆς=με ζήλο, πρόθυμα
    • ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.2.38 πολλῇ σπουδῇ τὰ παρηγγελμένα ἔπραττον
    • ΠΛ Φαιδ 98b πάνυ σπουδῇ λαβὼν τὰς βίβλους { με μεγάλη λαχτάρα πήρα στα χέρια μου το βιβλίο }
    • ΠΛ Χαρμ 175e μετὰ πολλῆς σπουδῆς ἐμάνθανον
    • φρ. σπουδὴν ἔχω
    • ΠΛ Αντερ 136c Φέρε δὴ σύ, ἦν δ' ἐγώ, εἰ τύχοις ἢ αὐτὸς ἀσθενήσας ἢ τῶν φίλων τις τῶν σῶν περὶ ὧν σὺ σπουδὴν μεγάλην ἔχεις
    • ΗΡ 6.120 Λακεδαιμονίων δὲ ἦκον ἐς τὰς Ἀθήνας δισχίλιοι μετὰ τὴν πανσέληνον, ἔχοντες σπουδὴν πολλὴν καταλαβεῖν
    • φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι
    • ΙΣΟΚΡ 5.45.5 πᾶσαν τὴν σπουδὴν περὶ τούτου ποιουμένας (τὰς πόλεις)
    • ΗΡ 9.8 σπουδὴν μεγάλην ἐποιήσαντο μὴ μηδίσαι Ἀθηναίους
    • φρ. σπουδή ἐστι περί τινος
    • ΑΙΣΧΙΝ 3.210 περὶ τίνος ἐστὶν αὐτῷ ἡ σπουδή;
    • 2. προσπάθεια, κόπος
    • ΟΜ Οδ 21.409 ἄτερ σπουδῆς τάνυσεν μέγα τόξον Ὀδυσσεύς { χωρίς δυσκολία τέντωσε ο Οδυσσέας το δοξάρι }
    • η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=με μεγάλη προσπάθεια, με δυσκολία, με κόπο, μόλις και μετά βίας
    • ΟΜ Οδ 3.297 σπουδῇ δ΄ ἤλυξαν ὄλεθρον ἄνδρες { μόλις που γλίτωσε το πλήρωμα τον όλεθρο }
    • 3. αντικείμενο φροντίδας, σπουδαία ασχολία
    • ΕΥΡ ΙΤαυ 1434 τὴν προκειμένην σπουδὴν ἔχοντες οὐ μενοῦμεν ἥσυχοι
    • ΕΥΡ Ικ 1199 σπουδὴν ἐπ΄ ἄλλην Ἡρακλῆς ὁρμώμενος στῆσαι σ' ἐφεῖτο Πυθικὴν πρὸς ἐσχάραν
    • 4. εκτίμηση, σεβασμός για κπ., ευμένεια
    • ΞΕΝ Συμπ 1.6.3 ἐπιδείξω ὑμῖν ἐμαυτὸν πάνυ πολλῆς σπουδῆς ἄξιον ὄντα
    • ΑΡΙΣΤΟΦ Ιππ 1369 Ἔπειθ' ὁπλίτης ἐντεθεὶς ἐν καταλόγῳ οὐδεὶς κατὰ σπουδὰς μετεγγραφήσεται ἀλλ' οὗπερ ἦν τὸ πρῶτον ἐγγεγράψεται
    • Γ. σοβαρότητα, σπουδαιότητα
    • ΞΕΝ Συμπ 1.13.5 οἱ παρόντες σπουδῆς μέν͵ ὡς ὁρᾷς͵ μεστοί͵ γέλωτος δὲ ἴσως ἐνδεέστεροι
    • αντ. του παιδιά
    • ΞΕΝ Συμπ 1.1.2 ἐμοὶ δοκεῖ τῶν καλῶν κἀγαθῶν ἀνδρῶν ἔργα οὐ μόνον τὰ μετὰ σπουδῆς πραττόμενα ἀξιομνημόνευτα εἶναι͵ ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν ταῖς παιδιαῖς
    • ΠΛ Πολ 602b εἶναι παιδιάν τινα καὶ οὐ σπουδὴν τὴν μίμησιν { η μίμηση είναι απλώς παιχνίδι, χωρίς σοβαρότητα καμιά }
    • η δοτ. ως επίρρημα σπουδῇ=σοβαρά, με σοβαρότητα
    • ΠΛ Νομ 828d κοινωνία γὰρ ψυχῇ καὶ σώματι διαλύσεως οὐκ ἐστιν ᾗ κρεῖττον, ὡς ἐγὼ φαίην ἂν σπουδῇ λέγων
    • ΠΛ Απολ 241c ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι Μέλητον, ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται
    • φρ. σπουδὴν ποιοῦμαι=παίρνω στα σοβαρά
    • ΑΡΙΣΤΟΦ Βατρ 522 οὔ τί που σπουδὴν ποεῖ { δεν το παίρνεις στα σοβαρά }
  • ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

    • < ΣΠΕΥΔΩ >
    • Από: σπουδ- (ετεροιωμένη βαθμίδα του σπεύδω) + -ή.
  • ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ

    • Ο3
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

    • ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
      • ουσιαστικά: σπουδή 'ταχύτητα, προθυμία, σεβασμός', σπουδαιότης, σπούδασμα 'έργο που γίνεται με ζήλο και προθυμία'
      • ρήματα: σπεύδω, ἀντισπεύδω 'αντιστέκομαι', ἀποσπεύδω 'αποτρέπω', ἐπισπεύδω 'βιάζω, ωθώ', συσπεύδω 'βοηθώ με ζήλο', σπουδαιολογέω 'μιλώ για σπουδαία ζητήματα'
      • επίθετα: σπουδαῖος 'γρήγορος, σοβαρός, αγαθός, εξαιρετικός', σπευστέον, σπευστικός 'βιαστικός', σπευστός 'αυτός που πρέπει να επιδιώξει κανείς με προθυμία', σπουδαστέος, σπουδαστικός 'πρόθυμος, δραστήριος', σπουδαστός 'άξιος να επιδιωχθεί με φροντίδα', σπούδεργος 'αυτός που εργάζεται με επιμέλεια'
      • επιρρήματα: σπευστικῶς, ἀσπουδί 'χωρίς προσπάθεια'
    • ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
      • ουσιαστικά: σπουδαιολογία, σπουδαιοτρίβησις 'δραστηριότητα, ζήλος', σπουδαρχαιρεσίας 'πολυάσχολος εκλογέας', σπουδάρχης 'αυτός που κυνηγάει τα αξιώματα', σπουδαρχία 'ο ζήλος για την απόκτηση αξιωμάτων', σπουδασμάτιον 'σύντομη πραγματεία, δοκίμιο', σπουδαστής, σπουδασμός, σπεῦσις, κατάσπευσις, κενοσπουδία
      • ρήματα: σπουδαιογραφέω 'γράφω σε σοβαρό ύφος', σπουδαιοτριβέω 'είμαι δραστήριος, ενεργητικός, πολυάσχολος', σπουδαρχέω ή σπουδαρχιάω 'είμαι πρόθυμος για την απόκτηση αξιώματος', κενοσπουδέω, διασπεύδω 'ωθώ, εργάζομαι με ζήλο', κατασπεύδω 'πιέζω', περισπεύδω 'αναζητώ'
      • επίθετα: σπουδαιογέλοιος 'αυτός που συνδυάζει το σοβαρό με το γελοίο', σπουδαιολόγος, σπουδαιόμυθος 'αυτός που μιλάει σε σοβαρό ύφος ή για σοβαρά θέματα', σπουδαιόψυχος, σπευσίδωρος 'αυτός που φέρνει δώρα με προθυμία', ἐπισπευστικός, ἄσπουδος 'αυτός που δεν έχει φιλοδοξίες', κενόσπουδος 'αυτός που ασχολείται με ασήμαντα πράγματα'
      • επιρρήματα: σπευδόντως 'με σπουδή', σπουδαιολόγως
    • ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΗΜΩΔΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
      • σπουδαιογραφία, σπουδαιολογικός, σπουδαιοφάνεια, σπουδαιοφανής, σπουδαιοφρονέω, σπουδαρχικός, σπουδαστήριον, σπουδαστικότης, σπουδάστρια, σπουδογελοιότης, σπουδοπαίγνια
    • ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    • ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ
      • Ήπ. Πελοπ. Πόντ. Σίφν. σπουδή 'βιασύνη, ζήλος, προθυμία', Νάξ. Πόντ. σπούδια 'βιασύνη', Πόντ. σπουδιάζω 'βιάζομαι', Νάξ. σπουδιάρω 'βιάζομαι', Ζάκ. ἀσπούδα 'βιασύνη', Πόντ. σπουδιαχτικός 'βιαστικός', Ζάκ. ἀσπουδάζω 'βιάζω, βιάζομαι', Καππ. σπουdάζω 'βιάζω, βιάζομαι', Σίφν. σπουδάτζω 'βιάζω, βιάζομαι', Λέρ. σπυτάζω 'βιάζω, βιάζομαι', Πόντ. σπαουδαχτά 'βιαστικά'
      • Η σημασιολογική εξέλιξη της λέξης σπουδή παρουσιάζει ενδιαφέρον. Από την αρχική σημασία 'ταχύτητα, βιασύνη' άρχισε να σημαίνει το ζήλο και κατά επέκταση την επιμελή ενασχόληση με ένα θέμα, καθώς και το προσχέδιο καλλιτεχνήματος που δημιουργεί ο καλλιτέχνης με σκοπό να τελειοποιήσει την τεχνική του. Στον πληθυντικό οι σπουδές σημαίνουν τη συστηματική προσπάθεια για την απόκτηση γνώσεων σε ακαδημαϊκά πλαίσια.