4. Πολυγλωσσία και στάσεις απέναντι στη γλώσσα

Σε κάθε πολύγλωσσο περιβάλλον βασικό χαρακτηριστικό δεν είναι μόνο η γλωσσική επαφή αλλά και η γλωσσική αξιολόγηση που συνδέεται με τη γλωσσική ανισότητα και γενικότερα με τις γλωσσικές στάσεις.

 Ακόμη και σε κοινωνίες με επίσημη διγλωσσία ή πολυγλωσσία δεν είναι όλες οι γλώσσες ακριβώς ίσες (και αυτό αλλάζει από εποχή σε εποχή). Στην πολύγλωσση πρώην Γιουγκοσλαβία η σερβοκροατική είχε ένα σοβαρό πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων γλωσσών– και την μιλούσαν ως δεύτερη όλοι οι πολίτες της χώρας, ασχέτως της μητρικής τους. Στο Βέλγιο, έως πριν μερικές δεκαετίες, ο γαλλόφωνος πληθυσμός είχε μεγαλύτερη ισχύ και η γαλλική μεγαλύτερο κύρος σε σχέση με τα φλαμανδικά (κάτι που έχει πλέον αλλάξει σημαντικά). Στον Καναδά, η γαλλική αφορά μόνον ένα μικρό κομμάτι του πληθυσμού, ενώ η αγγλική τους πάντες. Παρόμοια, στο Καζακστάν, ενώ η πολιτεία προάγει την καζακική ως εθνική γλώσσα, οι περισσότεροι Καζάκοι γνωρίζουν καλύτερα (είτε αποκλειστικά) τα ρωσικά.
Άρα,

σε κάθε περίπτωση πολυγλωσσίας κάποιες γλώσσες λειτουργούν ως υψηλές ποικιλίες και έχουν μεγάλο κύρος, ενώ άλλες ως χαμηλές με μικρό κύρος.

 Κάποιες γλώσσες έχουν μειονοτικό στάτους —τις λέμε μειονοτικές γλώσσες–, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μικρές/μικρότερες ή ασθενείς γλώσσες σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (ενώ μπορεί κάλλιστα να είναι επίσημες εθνικές γλώσσες σε μια άλλη κοινωνία). Προσέξτε ότι ενώ τα ελληνικά και τα ουγγρικά είναι ισχυρές γλώσσες στην Ελλάδα και την Ουγγαρία, αντίστοιχα, είναι λιγότερο ομιλούμενες, «ασθενείς» γλώσσες, στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κλασική περίπτωση ομιλητών μειονοτικών γλωσσών βρίσκει κανείς στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Οι περισσότερες «εθνικές γλώσσες» της Ευρώπης (π.χ. ισπανικά, ιταλικά, ελληνικά, γερμανικά) μιλήθηκαν ή και μιλιούνται ακόμη στις ΗΠΑ ως μειονοτικές γλώσσες λόγω της μετανάστευσης. Ασφαλώς, οι μετανάστες στις ΗΠΑ και αλλού αναγκάζονται να μάθουν την ντόπια επίσημη γλώσσα για τις καθημερινές του ανάγκες. Αυτό από μόνο του έχει ως αποτέλεσμα κάποια μορφή διγλωσσίας ή και πολυγλωσσίας. Δεδομένης μάλιστα της εκτεταμένης μετανάστευσης σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου,

η πολυγλωσσία συνδέθηκε από νωρίς με το μεταναστευτικό (ή/και το προσφυγικό και

εθνοτικό) στάτους και τη συνήθως υποδεέστερη θέση των μεταναστών (και άλλων μειονοτικών πληθυσμών) στις κοινωνίες υποδοχής.
 

Η διγλωσσία και η πολυγλωσσία στιγματίστηκε ακριβώς επειδή στιγματίζονται οι σχετικοί πληθυσμοί

 (παρότι το ίδιο φαινόμενο, σε κάποιες κοινωνίες, υπήρξε στο παρελθόν και δείκτης υψηλής κοινωνικοοικονομικής και μορφωτικής τάξης, π.χ. η αριστοκρατία στην τσαρική Ρωσία επικοινωνούσε πρωτίστως στα γαλλικά αλλά μιλούσε ρωσικά στο υπηρετικό προσωπικό).
 

Στην Ελλάδα, παρότι η ελληνική αναγνωρίζεται ως μόνη επίσημη γλώσσα, υπάρχει ιστορική παρουσία των εξής γλωσσών ως μειονοτικών

 :
1.      τουρκικά: η μητρική των ελλήνων μουσουλμάνων της Δ. Θράκης και η μόνη στην οποία αναγνωρίζονται δικαιώματα στην εκπαίδευση βάσει διεθνών συνθηκών.
2.      πομακικά: η νοτιοσλαβική γλώσσα των μουσουλμάνων Πομάκων της Θράκης που είναι συγγενής με τη βουλγαρική. 3.      αρβανίτικα: γνωστή και ως ελληνοαλβανική διάλεκτος, που μιλιέται ιστορικά κυρίως στην περιοχή της Αττικής, του Αργοσαρωνικού, της Κορινθίας, της Αργολίδας και της Εύβοιας και είναι συγγενής με την τοσκική νοτιοαλβανική διάλεκτο. 4.      σλαβομακεδόνικα: ελληνοσλαβική διάλεκτος, μητρική ή δεύτερη γλώσσα πολλών Ελλήνων από τις συνοριακές περιοχές της Δ. Μακεδονίας. 5.      αρουμάνικα ή βλάχικα: λατινογενής γλώσσα που μιλιέται στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία και είναι συγγενής με τα ρουμανικά. 6.      ρόμανι ή ρομανές: η γλώσσα των Τσιγγάνων (ή Ρομά) που θεωρείται ότι κατάγεται ιστορικά από διαλέκτους της Β. Ινδίας. 7.      αρμενικά: μιλιέται από τους Έλληνες αρμενικής καταγωγής. 8.      λαντίνο ή ισπανοεβραϊκά: λατινογενής γλώσσα που μιλούσαν οι έλληνες εβραίοι και έχει πλέον ελάχιστους/ες ομιλητές/τριες.
 
Παράλληλα, εκτός από τις παραπάνω, υπάρχουν και πολλές άλλες γλώσσες που μιλούν οι μετανάστες στην Ελλάδα. Μεταξύ αυτών τα αλβανικά, τα ρωσικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα σερβοκροατικά, τα ρουμανικά, τα αγγλικά, τα αραβικά, τα φάρσι και τα κινεζικά είναι πολύ συνηθισμένα. Μάλιστα αυτές οι γλώσσες είναι φανερές στο γλωσσικό τοπίο των μεγαλουπόλεων, εφόσον στις περισσότερες από τις παραπάνω γλώσσες κυκλοφορούν και εφημερίδες που εκδίδονται στην Ελλάδα για τους μετανάστες και είναι αναρτημένες στα κεντρικά περίπτερα των αστικών κέντρων.