1. Τι είναι μια κοινωνική ποικιλία ή κοινωνιόλεκτος;

Η σύγχρονη γλωσσολογία (και κυρίως η κοινωνιογλωσσολογία) αναγνωρίζει ότι οι

γλώσσες χαρακτηρίζονται από ποικιλότητα παρά από ομοιογένεια.

  Έτσι, μιλώντας για την «ελληνική γλώσσα», ουσιαστικά εννοούμε ένα σύνολο γλωσσικών ποικιλιών (που έχουν πολλές ομοιότητες αλλά και σοβαρές διαφορές μεταξύ τους). Στην κοινωνιογλωσσολογία γίνεται μια βασική διάκριση ανάμεσα σε

1.      γλωσσικές ποικιλίες με βάση τον χρήστη

 (π.χ. ποικιλίες που συνδέονται με στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας όπως η γεωγραφική και η κοινωνική καταγωγή, η ηλικία, το φύλο, η μόρφωση κλπ.) και σε

2.      γλωσσικές ποικιλίες με βάση τη χρήση

 (δηλ. ποικιλίες που συνδέονται με συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις και συχνά ονομάζονται επίπεδα ύφους ή λειτουργικές ποικιλίες ή/και κειμενικά είδη).
Επιπλέον, οι γλωσσικές ποικιλίες με βάση το χρήστη (1) διακρίνονται σε

1.      γεωγραφικές ποικιλίες

 (που χωρίζονται σε διαλέκτους και ιδιώματα και αποτελούν το βασικό αντικείμενο μελέτης της διαλεκτολογίας) και

2.      κοινωνικές ποικιλίες

ή κοινωνιολέκτους  τις οποίες θα εξετάσουμε εδώ.
 

Οι κοινωνικές ποικιλίες ή κοινωνιόλεκτοι είναι γλωσσικές ποικιλίες που δηλώνουν στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας των χρηστών τους, εφόσον συνδέονται χαρακτηριστικά με κοινωνικές ομάδες

 όπως είναι τα μέλη μιας κοινωνικο-οικονομικής τάξης (π.χ. η γλώσσα των αστών ή των λαϊκών στρωμάτων, η πολύ αυστηρότερη διαστρωμάτωση της «κάστας» στην Ινδία), μια εθνική ή εθνοτική ομάδα (π.χ. Μικρασιάτες πρόσφυγες), μια ηλικιακή ομάδα (π.χ. γλώσσα των νέων), μια επαγγελματική ομάδα με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα (αθλητικογράφοι, χτίστες, ψαράδες, γιατροί, δικηγόροι, μουσικοί, στρατιωτικοί), ή ακόμη και μια ομάδα με κοινή ιδεολογία (π.χ. εθνικιστές, αντεξουσιαστές), κλπ. Στην περίπτωση των επαγγελματικών ομάδων αναπτύσσονται και ειδικά λεξιλόγια που καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες επικοινωνίας μεταξύ των μελών τους.

Οι κοινωνιόλεκτοι είναι τρόποι ομιλίας με δικά τους χαρακτηριστικά

 –στο επίπεδο των φθόγγων, του λεξιλογίου και της γραμματικής δομής– που χρησιμοποιούνται υπό ορισμένες συνθήκες επικοινωνίας και είναι μέρος της γλωσσικής συνείδησης μιας κοινότητας. Χρησιμοποιώντας μια κοινωνιόλεκτο ένα μέλος της ομάδας μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως μέλος και να αναγνωρίζεται επίσης ως μέλος από τους άλλους. Με άλλα λόγια,

οι κοινωνιόλεκτοι είναι μια όψη της στενής και σύνθετης σχέσης γλώσσας και κοινωνίας

 .
 
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ενδιαφέρον των μελετητών στράφηκε από τις γεωγραφικές διαλέκτους (που είχαν σχεδόν μονοπωλήσει ως τότε την έρευνα) στις κοινωνιολέκτους, ως κοινωνικές διαλέκτους. Σε αυτό συνέβαλε η μετακίνηση των πληθυσμών στα αστικά κέντρα και η σταδιακή συρρίκνωση ή και ισοπέδωση των γεωγραφικών διαλέκτων, αλλά και η διαπίστωση ότι όσο ανεβαίνουμε στην κοινωνική κλίμακα τόσο τείνουν να ατονούν τα γεωγραφικά γλωσσικά χαρακτηριστικά. Αυτό το γεγονός συνδέεται με τις πιέσεις που ασκεί η ανάγκη μιας κοινής καθομιλουμένης γλώσσας, η οποία αποκτά κύρος μέσω της τυποποίησής της και διαδίδεται μέσω της εκπαίδευσης (πρβ. πρότυπη γλώσσα και νόρμα). Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι κάποια χαρακτηριστικά γεωγραφικών διαλέκτων συχνά αποκτούν κοινωνική σημασία. Συνήθως συνδέονται με τα ασθενέστερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα και ευνοούν τον στιγματισμό των ομιλητών/τριών τους ως αμόρφωτων. Στην περίπτωση της ελληνικής, γεωγραφικά διαλεκτικά χαρακτηριστικά όπως η σίγηση/έκθλιψη των φωνηέντων στα βόρεια ιδιώματα στιγματίζονται (βλ. π.χ. το μεσημέρι [mesiméri] ως [mismér]). Συνεπώς η διάκριση μεταξύ γεωγραφικών και κοινωνικών γλωσσικών ποικιλιών είναι μάλλον σχετική παρά απόλυτη.
Η κοινωνική διαλεκτολογία ή αστική διαλεκτολογία αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι έρευνες του Labov για τη σχέση γλώσσας και κοινωνικής διαστρωμάτωσης στη Ν. Υόρκη και για τα αγγλικά των Αφροαμερικανών στο Χάρλεμ. Παράλληλα, τις τελευταίες δεκαετίες μεγάλη ανάπτυξη έχει γνωρίσει η εξέταση της επονομαζόμενης γλώσσας των νέων, δηλαδή η μελέτη της γλώσσας σε σχέση με την ηλικία αλλά και με τα ενδιαφέροντα, τις δραστηριότητες και τις επιδιώξεις των μελών αυτής της ηλικιακής ομάδας σε διάφορα πλαίσια (π.χ. το σχολείο, την ψυχαγωγία).
Τέλος, όπως θα δούμε,

στις κοινωνιολέκτους ανήκουν και ποικιλίες που μπορεί να έχουν

κρυπτική λειτουργία, δηλαδή να λειτουργούν ως μέσο αποκλεισμού των μη μελών, ως συνθηματικές γλώσσες ή αντιγλώσσες
 . Σε αυτές συγκαταλέγονται κυρίως στιγματισμένες κοινωνιόλεκτοι που αφορούν περιθωριοποιημένες ομάδες (πρβ. την «αργκό» που ιστορικά ήταν η γλώσσα των κακοποιών στη Γαλλία) αλλά και μη στιγματισμένες, παιγνιώδεις χρήσεις της γλώσσας όπως τα κορακίστικα. Ωστόσο, με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν και κοινωνιόλεκτοι που έχουν κύρος (πρβ. τις ειδικές γλώσσες των επιστημόνων ή των ειδικευμένων επαγγελματιών).