Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Λεξικό Δ'-ΣΤ' Δημοτικού

Αποτελέσματα για: "Φ"

Βρέθηκαν 32 Λήμματα [1 - 10]

φαίνομαι

  • Ρήμα, Ρ1, (φαί-νο-μαι), (παθ. αόρ. φάνηκα), [αρχ. φαίνω, -οµαι]
  • 1. (αμτβ.) διακρίνομαι, γίνομαι ορατός. 2. (αμτβ.) παρουσιάζομαι. 3. (αμτβ.) δίνω την εντύπωση, θεωρούμαι. 4. (μτβ.) (απρόσ.) είναι πιθανό.:
  • 1. Στην κορυφή του βουνού φαινόταν μια μικρή εκκλησία. 2. Ο φίλος μου δε φαίνεται πια από τα μέρη μας, γιατί μένει σε άλλη γειτονιά. 3. Αυτός ο μαθητής φαίνεται πολύ έξυπνος. 4. Με το κρύο που κάνει, φαίνεται πως μπορεί να χιονίσει.
  • Συνών.: Αντίθ.: (2) εξαφανίζομαι Συνών.: (1, 2) εμφανίζομαι, (3) νομίζομαι, (4) εικάζεται
  • Σύνθ.: ξαναφαίνομαι, διαφαίνεται
  • Οικογ. Λέξ.: φαινόμενο, φαινομενικός, φάση, φάσμα, φανερός Παροιμ.: Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται

φαινόμενο

  • (το), Ουσιαστικό, Ο34, (φαι-νό-με-νο, γεν. -ένου, πληθ. -α), [λόγ. < αρχ. φαινόµενον]
  • 1. καθετί που συμβαίνει στη φύση και τη ζωή και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. 2. το ασυνήθιστο, το πρωτοφανές, το καταπληκτικό.:
  • 1. Η βροχή είναι ένα συνηθισμένο μετεωρολογικό φαινόμενο. 2. Αυτός ο νεαρός πιανίστας αποτελεί πραγματικό φαινόμενο.
  • Σύνθ.: υποφαινόμενος, φαινομενοκρατία
  • Οικογ. Λέξ.: φαίνομαι, φαινομενικός, φαινομενικά (επίρρ.)
  • Προσδιορ.: (1) απλό, συνηθισμένο, (1, 2) σύνθετο, πολύπλοκο, ασυνήθιστο, σπάνιο, κοινωνικό
  • Φράσεις: Κατά τα φαινόμενα
  • Επεξηγ.: πιθανότατα

φανερώνω

  • Ρήμα, Ρ1, (φα-νε-ρώ-νω), (αόρ. φανέρωσα, παθ. αόρ. φανερώθηκα, παθ. μτχ. φανερωμένος), [µσν. φανερώνω < αρχ. φανερῶ < φανερὸς]
  • 1. (μτβ.) εμφανίζω, δείχνω. 2. (μτβ.) δηλώνω, αποκαλύπτω, σημαίνω.:
  • 1. Άνοιξε ένα μικρό κουτί και του φανέρωσε ένα ασημικό που είχε αγοράσει για τα γενέθλιά του. 2. Τα λόγια του φανερώνουν πως είναι ένας υπεύθυνος άνθρωπος.
  • Συνών.: Αντίθ.: (1) εξαφανίζω, (2) αποκρύπτω Συνών.: (1) παρουσιάζω
  • Οικογ. Λέξ.: φανερός, φανερά (επίρρ.), φανέρωση, φανέρωμα, Φανερωμένη (= προσωνυμία Παναγίας, ονομασία ναών, μονών)

φανταστικός, -ή, -ό

  • Επίθετο, Ε1, έμψυχα και άψυχα, (φα-ντα-στι-κός), [αρχ. φανταστικὸς < φανταστὸς < φαντάζω < φαίνω (= φέρνω στο φως, φανερώνω)]
  • 1. αυτός που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά στη φαντασία, υποθετικός. 2. (μτφ.) εξαιρετικός, καταπληκτικός, απίθανος.:
  • 1. Οι ήρωες του λογοτεχνικού έργου είναι φανταστικά πρόσωπα. 2. Για να επισκεφτείς το Σούλι, ακολουθείς μια φανταστική διαδρομή.
  • Συνών.: Αντίθ.: (1) πραγματικός, υπαρκτός Συνών.: πλασματικός (1)
  • Οικογ. Λέξ.: φαντάζομαι, φανταστικά (επίρρ.)
  • Προσδιορ.: (3) ταξίδι, τιμή

φάρμακο

  • (το), Ουσιαστικό, Ο34, (φάρ-μα-κο, γεν. -άκου, πληθ. -α), [λόγ. < αρχ. φάρµακον (= θεραπευτικό βότανο)]
  • 1. κάθε ουσία που χρησιμοποιείται για την πρόληψη ή τη θεραπεία μιας ασθένειας. 2. (μτφ.) καθετί που μπορεί να προλάβει ή να θεραπεύσει μια δυσάρεστη κατάσταση.:
  • 1. Παίρνει φάρμακα, για να του πέσει ο πυρετός. 2. Η στοργή είναι το καλύτερο φάρμακο για τα γηρατειά.
  • Σύνθ.: φαρμακοποιός, φαρμακολογία, ποντικοφάρμακο
  • Οικογ. Λέξ.: φαρμάκι, φαρμακείο, φαρμακερός, φαρμακώνω, φαρμακευτικός, φαρμακευτική (η)
  • Προσδιορ.: (1) αντιπυρετικό, επικίνδυνο, θαυματουργό, (1, 2) αποτελεσματικό

φαύλος, -η, -ο

  • Επίθετο, Ε4, έμψυχα, (φαύ-λος), [λόγ. < αρχ. φαῦλος < φλαῦλος]
  • αυτός που δε διαθέτει ήθος, ο διεφθαρμένος.:
  • Στα παραμύθια συνήθως οι φαύλοι τιμωρούνται για τις κακές πράξεις που κάνουν.
  • Συνών.: Αντίθ.: ηθικός, χρηστός Συνών.: αχρείος, ανήθικος
  • Σύνθ.: φαυλοκρατία
  • Οικογ. Λέξ.: φαύλα (επίρρ.), φαυλότητα
  • Φράσεις: Φαύλος κύκλος
  • Επεξηγ.: για αδιέξοδη κατάσταση

φέγγω

  • Ρήμα, Ρ3, (φέγ-γω), (αόρ. έφεξα), [αρχ. φέγγω]
  • 1. (μτβ.) ρίχνω φως σε κάποιον ή κάτι. 2. (αμτβ.) εκπέμπω φως, είμαι φωτεινός. 3. (μτβ.) (μτφ.) αδυνατίζω υπερβολικά. 4. (αμτβ.) (απρόσ.) ξημερώνει, γλυκοχαράζει.:
  • 1. Φέξε μου με το φακό, γιατί έχει πυκνό σκοτάδι. 2. Το φεγγάρι φέγγει ολόγιομο στον ουρανό. 3. Έφεξε από την πείνα και δεν του κάνουν τα ρούχα. 4. Ξεκινούν καθημερινά για τη δουλειά, δυο ώρες προτού να φέξει.
  • Σύνθ.: φεγγοβολώ
  • Οικογ. Λέξ.: φέξη, φέξιμο
  • Φράσεις: 1. Μου 'φεξε 2. Φέξε μου και γλίστρησα
  • Επεξηγ.: 1. για κάτι ανέλπιστα καλό 2. για βοήθεια που δεν προσφέρεται στην ώρα της

φειδώ

  • (η), Ουσιαστικό, (φει-δώ, γεν. -ούς, πληθ. - ), [λόγ. < αρχ. φειδὼ < φείδοµαι (= κάνω οικονοµία σε κάτι)]
  • μετρημένη κατανάλωση, αποφυγή σπατάλης.:
  • Διαχειρίζεται τα χρήματά του με μεγάλη φειδώ.
  • Συνών.: Αντίθ.: σπατάλη Συνών.: οικονομία
  • Οικογ. Λέξ.: φείδομαι, φειδωλός

φέρνω

  • Ρήμα, Ρ1, (φέρ-νω, αόρ. έφερα, παθ. αόρ. φέρθηκα, παθ. μτχ. φερμένος), [µεσν. < αρχ. φέρω]
  • 1. (μτβ.) παίρνω κάτι από ένα μέρος και το πηγαίνω σε άλλο, μεταφέρω, κουβαλώ. 2. (μτβ.) εισάγω κάτι από άλλον τόπο. 3. (μτβ.) οδηγώ κάποιον ή κάτι κάπου. 4. (μτβ.) προβάλλω, διατυπώνω. 5. (μτβ.) αποφέρω, αποδίδω. 6. (αμτβ.) (μέσ.) συμπεριφέρομαι.:
  • 1. Φέρε μου, σε παρακαλώ, το λεξικό από τη βιβλιοθήκη. 2. Έφεραν καφέ από τη μακρινή Βραζιλία. 3. Μας έφερε στο κέντρο της πόλης από έναν πιο σύντομο δρόμο. 4. Σε κάθε συζήτηση φέρνει αντιρρήσεις. 5. Η εργασία αυτή του έφερε πολλά κέρδη. 6. Ο Γιάννης φέρεται πάντοτε με σεβασμό προς τους ηλικιωμένους.
  • Συνών.: Συνών.: (1) κομίζω, (5) επιφέρω
  • Σύνθ.: αναφέρω, μεταφέρω,διαφέρω, προφέρω, λογοφέρνω
  • Οικογ. Λέξ.: φέρσιμο, φόρος, φορείο, φορέας, φορητός, φόρτος
  • Φράσεις: 1. Φέρνω τον κατακλυσμό 2. Φέρνω κάτι στο φως 3. Φέρνω στον κόσμο 4. Τα φέρνω βόλτα 5. Μου την έφερε Παροιμ.: Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος Φέρνω κάποιον στο αμήν
  • Επεξηγ.: 1. βλέπω τα πράγματα με απαισιοδοξία 2. αποκαλύπτω 3. γεννώ 4. τα βγάζω πέρα οικονομικά 5. με εξαπάτησε

φήμη

  • (η), Ουσιαστικό, Ο25, (φή-μη), [λόγ. < αρχ. φήµη] (= εξαντλώ την υπομονή του)
  • 1. ανεπιβεβαίωτη πληροφορία από άγνωστη πηγή που διαδίδεται από στόμα σε στόμα. 2. η καλή ή κακή γνώμη για κάποιον ή κάτι. 3. το να είναι κανείς ονομαστός, διάσημος.:
  • 1. Διαδόθηκε η φήμη ότι θα έχουμε βαρύ χειμώνα. 2. Αυτό το εστιατόριο έχει πολύ καλή φήμη. 3. Είναι ηθοποιός παγκόσμιας φήμης.
  • Συνών.: Συνών.: (1) διάδοση, (2) υπόληψη, εκτίμηση, (3) δόξα, αίγλη
  • Σύνθ.: φημολογία, περίφημος
  • Οικογ. Λέξ.: φημίζομαι, φημολογούμαι
  • Προσδιορ.: (1) ανεξακρίβωτη, (1, 2) υπερβολική, ανυπόστατη