Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Λεξικό Α'-Γ' Δημοτικού

Αποτελέσματα για: "Ω"

Βρέθηκαν 11 Λήμματα [1 - 10]

ωδείο

[το], ουσιαστικό
Στο ωδείο πηγαίνεις για να μάθεις μουσική και να παίζεις ένα μουσικό όργανο.
ω-δεί-ο

ωκεανός

[ο], ουσιαστικό
O ωκεανός είναι μία μεγάλη θάλασσα.
O Κώστας και η Αθηνά έψαξαν στην υδρόγειο σφαίρα και βρήκαν τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό ωκεανό.
ω-κε-α-νός

ωμός, ωμή, ωμό

επίθετο
Τα ωμά τρόφιμα δεν έχουν ψηθεί ούτε μαγειρευτεί.
Η Αθηνά δεν έδινε ποτέ ωμό ψάρι στη Ροζαλία. Φρόντιζε πάντα να είναι ψημένο.
μαγειρεμένος, ψητός
ω-μός

ώμος

[ο], ουσιαστικό
Oι ώμοι μας είναι εκεί όπου τα χέρια μας ενώνονται με το υπόλοιπο σώμα μας.
ώ-μος
'το σώμα μας'

ώρα

[η], ουσιαστικό
1) Με την ώρα μετράμε το χρόνο που περνάει. Μία ώρα έχει εξήντα λεπτά. Μία ημέρα έχει είκοσι τέσσερις ώρες. 2) «Έχεις λίγη ώρα να ψάξουμε για τη Ροζαλία;» ρώτησε η Αθηνά το Νίκο. Έχεις χρόνο για ψάξιμο; «Ώρες ώρεςνομίζω ότι δε θα τη βρούμε». 3) Λέμε ότι κάποιος χάνει ή σκοτώνει την ώρα του, όταν ασχολείται με άχρηστα πράγματα. Όταν κάποιος δεν αργεί, λέμε ότι είναι στην ώρα του.
1) O Κώστας κοίταξε το ρολόι του. Ήθελε να μάθει τι ώρα είναι.
2) μερικές φορές
ώ-ρα

ωραίος, ωραία, ωραίο

επίθετο
Ωραίο λέμε κάποιον ή κάτι που έχει ευχάριστη και καλή εμφάνιση. Ωραίο λέμε και κάτι που μας αρέσει.
«Τι ωραία που είναι η ζωγραφιά σου» είπε ο Κώστας στην Αθηνά. «Χαίρομαι να την κοιτάζω».
όμορφος, άσχημος
Όταν περνάς ωραία, περνάς ευχάριστα.
ω-ραί-ος

ωριμάζω

ρήμα
ώριμος

ώριμος, ώριμη, ώριμο

επίθετο
Ένα ώριμο φρούτο είναι έτοιμο για να το κόψουμε και να το φάμε.
γινωμένος. άγουρος
Όταν ένα φρούτο έχει ωριμάσει, είναι ώριμο.
ώ-ρι-μος

ωφέλιμος, ωφέλιμη, ωφέλιμο

επίθετο
ωφελώ

ωφελώ

ωφελώ, ωφελούμαι, ρήμα
Όταν ωφελείς κάποιον, κάνεις κάτι που τον βοηθάει.
«Νομίζω ότι τα φρούτα θα ωφελήσουν την υγεία μου και τη δίαιτά μου» είπε ο θείος Αλέκος.
βοηθώ, βλάπτω, ζημιώνω
«Τα φρούτα θα μου δώσουν πολλές ωφέλιμες βιταμίνες».
χρήσιμος άχρηστος
ω-φε-λώ