Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Τα σπίτια

Ούτε τα δάση, ουδέ τ’ αμπελοφύτια, μήτ’ η ολάνοιχτη γύρω ουράνια χάρη. Ψηλά, σαν έρμα, ολόκλειστα τα σπίτια στο απέραντο ενός δρόμου μακρινάρι,

5 μόνο τα σπίτια μού τραβάν τα μάτια, μόνο εκείνα κάποιες λαχτάρες τρέφουν, τα πελώρια μαρμάρινα κομμάτια, θεμελιωμένα ασάλευτα μου γνέφουν

και με θέλουνε, δίχως να μου ανοίγουν 10 τις πόρτες, και κρυψώνες και ταμπούρια και ασίμωτα και απάτητα τυλίγουν δυνατά με των ίσκιων τους τη φούρια

τα λογικά μου· και τα συνοδεύουν τα βήματά μου πλάνα όπου πηγαίνουν 15 και κάποια χτυποκάρδια μου αναδεύουν που ναρκώνονται, μα που δεν πεθαίνουν.

Μνήμη, ελπίδα μέσα μου αχνές, ποιού κόσμου; Χαμένος κόσμος; ή με περιμένει; Τα σπίτια σκιάχτρα στυλωμένα εμπρός μου, 20 γιγαντοσάβανα, όψη σκεπασμένη.

Γιατί βουβά, ακατάδεχτα, σκληρά, μέσα μου πιο πολύ τη δίψα ανάφτουν —όμοια η δίψα εξουσίας, κορμιού, παρά!— μ’ όσα κρύβουν οι τοίχοι τους και θάφτουν.

25 Σε περιβόλια ανθοβραγιές, τ’ αστέρια, κορφές, πλαγιές, η πλάση, δε με σέρνουν σαν τα σπίτια, εφτασφράγιστα δεφτέρια. Διαβάτη αργό, μα πώς με συνεπαίρνουν!

Αγνάντια μου μια αυγούλα πώς γεννιέται 30 κάποια ιλαρή προσμένοντας ημέρα, πώς ένας ήλιος γέρνει, πάει και σβηέται ματοστάλαχτος ήρωας παραπέρα!…

Τ’ άχαρα μιας αγγάρειας μεροδούλια, τα ποδοκόπια, η ρούγα ολανοιχτή, 35 κι η αντηλιάδα στ’ ακάθαρτα πεζούλια και οι που τα μάτια δέρνουν κουρνιαχτοί,

φτάνει να μου προβάλουν, ταιριασμένα με την άγγιχτη σπιτοζωγραφιά, μπρος μου ορασιά και φαντασιά, γραμμένα 40 στα μάτια μου όλα, ποθητή ομορφιά!

—Ναοί τα εικονοστάσια που τα βάνουν απάνου απ’ τα νυφιάτικα κρεβάτια… τρόπαια που μελαψούς πολύβοους κάνουν τόπους τα σιγαλά πράσινα πλάτια,

45 σκήτες λογής, λιμάνια χίλια μύρια της αγνής πίστης και της αμαρτίας, της φαμελιάς ιερά, κατοικητήρια της Μεσσαλίνας και της Λουκρητίας!

Τάφοι χωρίς ανάπαψη, μνημεία 50 που υψώνεστε αψηφώντας και τη φύση, βράχοι που του πελάγου η τρικυμία δεν έρχεται στα πόδια σας ν’ αφρίσει,

γιατί αξέσπαστα μέσα σας βογκάει χωρίς να φτάνει μες στ’ αφτιά του κόσμου, 55 κάστρα για χαλασμό, και για το Μάη του ρόδου γάστρες και του φτωχοδυόσμου,

για των ξεφαντωτάδων τα ξενύχτια, για το σοφό και για το φαμελίτη, για τα χρυσά του χαρτοπαίχτη δίχτυα, 60 χωσιές του τοκογλύφου, άστρα του αλήτη,

κάτου απ’ το φως των άσπρω σας λαμπάδων κι η αγάπη το χορό της πάει να σύρει για τις σάρκες των άσελγων κυράδων και για του στοχαστή το σπουδαστήρι.

65 Εσείς, κι ερμιές απόκοσμες και χώρες κοσμικές, τα γυμνά σας κρύα μπαλκόνια βραγιές φουντώνουν κάποτε ανθοφόρες ή γίνονται φωλιά στα χελιδόνια.

Αγάλια αγάλια, δίχως να το νιώθω, 70 στους ίσκιους σας πάντα έζησα διαβάτης, ζητώντας να σαρκώσω, ποιό μου πόθο; Του δρόμου ονειροπλέχτης ακαμάτης,

χαρτί στο ένα μου χέρι και μολύβι, και στ’ άλλο το ραβδί του στρατοκόπου, 75 ζητούσα ερμιά, γωνιά, σκαμνί, καλύβι, ξεγραμμένος της χώρας, όπως και όπου…

Μα και η δροσιά του κυματόδαρτου άμμου, μα και η χαρά του πράσινου του κόσμου, δεν τα κρατούσαν τα πατήματά μου, 80 σαν εσάς που είστε ως να είσαστε ο καημός μου!

—Ξένος του κάμπου, του βουνού, του ηλιού, ξένος τ’ ανθρώπου, όλου του κόσμου ξένος, αγγαρεμένος του μεροδουλιού, των ονείρων ο παραστρατισμένος.

85 Και στα στενά του σοκακιού, όπου πάω κι όπου σταθώ, και στα πλατιά του δρόμου το ίδιο τραγούδι πάντα τραγουδάω, κάποτε κι ας αλλάζω το σκοπό μου.

Και στου ξύπνου και στου ύπνου μου τα μάγια 90 στοιχειών καλών, κακών εγώ η βορά. Με τρυπάν εδώ, σέρνοντας, αρπάγια κι εκεί με υψώνουν, παίρνοντας, φτερά.

Μιας Λάμιας ηδονής είναι τ’ αρπάγια και μιας Ιδέας μελέτης τα φτερά· 95 και οι θρόνοι και στις δυο και τα ιερά ταφόσπιτα είστ’ εσείς και κρύα σαράγια.

Για τούτο όπου σταθώ, θαρρώ, όπου πάω, μπροστά σας μου θαμπώνονται τα μάτια, και στέκομαι σα να σας αγαπάω, 100 σπίτια ολόψηλα, ολόκλειστα παλάτια!

Γιατί κι οι αντίμαχοι έρωτές μου, οι δυο, μελέτη αγγέλισσα, ηδονή γοργόνα, στο φως και στον ολάνοιχτο ουρανό δε ζουν. Θέλουν το σκότος του κρυψώνα,

105 θέλουν το ψήλος κάποιας αρχοντιάς, κάποιας σοφίας το βάθος, τη λαγνεία στα χρυσά τα κρεβάτια της νυχτιάς, σ’ ελεφαντένιες θήκες τα βιβλία.

Μακριά τα ειδύλλια και ό,τι σαν παιδιά! 110 Πλούσια βαλτά, εσύ, πνεύμα, κι εσύ, κρίμα! Σαν από μάρμαρο είναι μου η καρδιά κάποτε, για το σπίτι, ή για το μνήμα.

Απ’ τα ψόφια κι απ’ τ’ άνοστα μακριά! Σειρήνες, και το πνεύμα και το κρίμα. 115 Σπίτι, μου λες με τη βαριά σου σκιά τα δε μου λέει το δέντρο και το κύμα.

Της χίμαιρας αλήτης καρτερώ μεταξένια ρομαντική μια σκάλα να μ’ ανεβάσει από παράθυρο 120 ψηλό σε μιας απόλαψης Βαλχάλα.

Ή να μ’ ανοίξει στέκω ένας πυλώνας κι αστραφτερά περνώντας μακρινάρια στης θεάς ν’ αράξω —ηλύσιος ο λιμιώνας!— Ολύμπιας Κόρης τ’ άχραντα ποδάρια.

125 Κι έτσι ένας ήλιος γέρνει, πάει, και σβηέται ματοστάλαχτος ήρωας παραπέρα, κι έτσι αγνάντια σας μιαν αυγή γεννιέται, μέρας ηλιοπερίχυτης μητέρα.

—Μα νά ένα σπίτι και είναι περιβόλι, 130 νά η πόρτα του, είν’ ολάνοιχτη αγκαλιά, μες στον κάματο μιας αυγής η σκόλη, κι η πέτρα ανθίζει, λες, τριανταφυλλιά.

Στο φαρφουρί πιατάκι τα σταφύλια, στον πυρετό τα ολόδροσα τα σύκα, 135 ζωής παλιάς ω μάτια, ω χέρια, ω χείλια, και σα δευτερογέννητης, η γλύκα!

Του κρασιού στο ποτήρι το ρουμπίνι, ακριβό ρουφημένο λιγοστό· όσο φτάνει στον πόθο για να γίνει 140 κάτι απέραντο σαν τον ουρανό.