Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Ωδή τετάρτη
[XIV]
Εις Σάμον

α΄

Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχωσι· θέλει αρετήν και τόλμην 5 η ελευθερία.

β΄

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας) επτέρωσε τον Ίκαρον· και αν έπεσεν ο πτερωθείς κι επνίγη 10 θαλασσωμένος·

γ΄

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε, και απέθανεν ελεύθερος.— Αν γένεις σφάγιον άτιμον ενός τυράννου, νόμιζε 15 φρικτόν τον τάφον.

δ΄

Μούσα το Ικάριον πέλαγος έχεις γνωστόν. Νά η Πάτμος, νά αι Κορασσίαι, κι η Κάλυμνα που τρέφει τας μελίσσας 20 με αθέριστα άνθη.

ε΄

Νά της αλόης η νήσος, και η Κως ευτυχεστάτη, ήτις του κόσμου εχάρισε τον Απελλήν και αθάνατον 25 τον Ιπποκράτην.

ς΄

Ιδού και ο μέγας τρόμος της Ασίας γης, η Σάμος· πλέξε δι’ αυτήν τον στέφανον υμνητικόν και αιώνιον 30 λυρική κόρη.

ζ΄

Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες του τέιου Ανακρέοντος χαρμόσυνον κρατήρα, κι έστρωνες διά τον γέροντα 35 δροσόεντα ρόδα.

η΄

Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες τα δάκτυλα να τρέχουσι με την ωδήν συμφώνως, όταν τα έργα ιστόρει 40 θεών και ηρώων.

θ΄

Αυτού, τα χρυσά έπη εμψύχωνες εκείνου, δι’ ού τα νέφη εσχίσθησαν και των άστρων εφάνηκεν 45 η αρμονία.

ι΄

Ω κατοικία Ζεφύρων, όταν αλλού του ηλίου καίουν τα βουνά οι ακτίνες, ή τον χειμώνα η νύκτα 50 κόπτει τας βρύσεις·

ια΄

Εσύ ανθηρόν το στήθος σου, φαιδρόν τον ουρανόν έχεις, και από τα δένδρα σου πολλή πάντοτε κρέμεται 55 καρποφορία.

ιβ΄

Καθώς προτού νυκτώσει, μέσα εις τον κυανόχροον αιθέρα, μόνος φαίνεται λάμπων γλυκύς ο αστέρας 60 της Αφροδίτης.

ιγ΄

Καθώς μυρτιά υπερήφανος απ’ άνθη φορτωμένη και από δροσιάν αστράπτει, όταν η αυγή χρυσόζωνος 65 την χαιρετάει·

ιδ΄

Ούτω το κύμα Ικάριον κτυπούσα η βάρκα, βλέπει σε εις τα νησία ανάμεσα λαμπράν και υψηλοτάτην, 70 και αγαλλιάζει.

ιε΄

Τί εγίνηκαν οι ημέραι, ότε εις τας κορυφάς του Κερκετέως δενδρόεντος εχόρευον οι τέχναι 75 στεφανωμέναι.

ις΄

Έρχονται, ω μακαρία νήσος, έρχονται πάλιν· το προμηνύουσι τ’ άντρα σου φλογώδη, εξ ών μυρίαι 80 μάχαιραι εκβαίνουν.

ιζ΄

Ως οι σφήκες μαζώνονται επί τα ολίγα λείψανα σπαραγμένης ελάφου, ή ταύρου οπού εκατάντησε 85 δείπνον λεαίνης,

ιη΄

Αλλ’ αν βροντήσει εξαίφνης, πετάουν ευθύς και αφήνουσι την ποθητήν τροφήν, υπό τα δένδρα φεύγουσαι 90 και υπό τους βράχους·

ιθ΄

Ούτως, εις τα παράλια ασιατικά, τα πλήθη αγαρηνά αναρίθμητα βλέπω να επισωρεύονται, 95 όμως ματαίως.

κ΄

Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος «οι Σάμιοι», κράζει, «οι Σάμιοι», και ιδού τα πόδια τρέμουσι μυρίων ανδρών και αλόγων 100 θορυβουμένων.

κα΄

«Οι Σάμιοι»· —και εσκορπίσθησαν των απίστων αι φάλαγγες.— Α, τί, ω δειλοί, δεν μένετε να ιδείτε, αν το σπαθί μας 105 κοπτερόν είναι;

κβ΄

Έρχονται, πάλιν έρχονται χαράς ημέραι, ω Σάμος· το προμηνύουν οι θρίαμβοι πολλοί και θαυμαστοί, 110 που σε δοξάζουν.

κγ΄

Νήσος λαμπρά ευδαιμόνει· ότε η δουλεία σε αμαύρωνε, σ’ είδον· άμποτε νά ’λθω να φιλήσω το ελεύθερον 115 ιερόν σου χώμα.

κδ΄

Εάν φιλοτιμούμεθα να την ξαναποκτήσομεν μ’ ίδρωτα και με αίμα, καλόν είναι το καύχημα 120 της αρχαίας δόξης.