Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Λόγος και αντίλογος

Η ΜΟΥΣΑ

Ανάξιος μέσα στους πιστούς μου κι όσων παλμό και ανασασμό τους δίνει ο νους μου, ανάξιος όποιος δε μπορεί 5 μες στο σεισμό το χαλασμό κάστρο τη γνώμη του να στήσει, και καρτερεί, και λέει: να ιδώ· και δε μπορεί κι αργοσαλεύει του η ψυχή, 10 σαν το κυπαρίσσι.

Ανάξιος όποιος τα φτερά του, φτερά από σκέψην ή από πράξη δε γοργανοίγει τα —χαρά του— για να πετάξει, 15 βοριάς θρακιάς, με τους ανέμους, προς τους πολέμους. Ανάξιος κι όποιος συλλογιέται και μες στου λογισμού του κλειέται τη φυλακή 20 και πότ’ εδώ σκυφτός τραβιέται και πότ’ εκεί· ανάξιος μέσα στους δικούς μου, σακάτης όποιος και βαριέται, κι ας εθυσίασε στους βωμούς μου· 25 κι όποιος ξαφνιάζεται και στέκει ή τρέμοντας παραπατεί την ώρα που έσκουξε η βροντή, την ώρα που έπεσε παρέκει τ’ αστροπελέκι.

30 Κι όποιος ποδίζει κι αργός μένει, ανάξιος· τι κι αυτός βαραίνει όσο βαραίνουν τα καράβια τα γέρικα παρατημένα για τα παιδιά, για τα κουτάβια 35 ξαρμάτωτα στους μόλους πέρα, εκεί που η μπόρα, εκεί που η ξέρα λυσσομανάνε στα μπουγάζια και στ’ ανοιχτά του ωκεανού μακριά από τ’ άπραγα μαράζια 40 του στεριανού· στα κύματα π’ όσο αγριεύουν κι όσο πεισμώνουν, τόσο τον άνθρωπο θεριεύουν, τόσο δυναμώνουν.

45 Κι ο ποιητής ανάξιος πια! Κι ακόμ’ ανάξιος κι ο σοφός, που δεν ανάφτουν πυρκαγιά κι από του λύχνου τους το φως, όταν αλύπητη βαριά 50 ξεσπά η Ανάγκη, και προστάζει. Ανάξιος είναι όποιος διστάζει!

Ανάξιος όποιος μες στην Πράξη που μες στα αίματα πατά κι ευφραίνεται στ’ αποκαΐδια, 55 ανάξιος όποιος απαλά κρατάει της σκέψης το μετάξι για πέπλα, για χρυσοκεντίδια.

Ανάξιος όποιος με όποια σκέψη,— και η πράξη του είναι σαν το ξύλο 60 το ποτισμένο από βροχή· το ρίχνει της φωτιάς, να θρέψει τη φωτιά· μάταια· πώς ν’ ανάψει; ανήμπορο είναι να καεί, για να κάψει.

65 Ανάξιος όποιος με το σκύλο το συρτό μοιάζει, σα δαρθεί, όταν αργά ή γοργά θα ’ρθεί της κρίσης η ώρα, κι αντιχτυπιένται τα στοιχεία, 70 στα σύγνεφα ή στην Πολιτεία, κεραυνοφόρα.

Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει το προσκλητήρι των καιρών να το φυσάει ή να το κρούει 75 σάλπιγγα ή τύμπανο, το ακούει, δε λέει: Παρών!

Ανάξιος όποιος μαρμαρώνει σα να τον πότισαν αφιόνι, κι αντί τα λόγια τα χρυσά, 80 που αστράφτουνε και ορθά και ακέρια, τα λόγια του μουντά, μισά, τα λόγια του σαν αχνοκέρια.

Ανάξιος όποιος δε γνωρίζει, γιά μες στο νου του δε σταθεί 85 πως κυβερνά και πως ορίζει το Λόγο που είναι σα σπαθί!

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Μάνα, των κόσμων η αρμονία σε φορεί στο κεφάλι της κορόνα· πώς των ολέθρων η Γοργόνα 90 σου αρμάτωσε τα χέρια που μοιράζουν το μέλι και την αμβροσία;

Η πράξη του σοφού, είν’ η σκέψη.

Δεν είν’ ανάξιος όποιος δείχνεται σα να μην τον ταράζουν 95 και των ψυχών και των πατρίδων τα δεινά. Πόσες φορές του ατάραχου του πρέπουν Ωσαννά! Παθών ανεμοστρόβιλοι ακυβέρνητων πώς τα θολώνουν των ψυχών τα μάτια! Πώς των πατρίδων κρέμουνται, στ’ αρπάγια των κυβερνητών, 100 τα αιματοστάλαχτα κομμάτια! Η πράξη του σοφού, είν’ η σκέψη, και το τραγούδι είναι το κάστρο του ποιητή. Δεν είν’ ανάξιος το χρυσάφι όποιος κρατεί χωρίς να το ξοδέψει, 105 κι ας τονε κράζουν οι άσωτοι ζητιάνο ή σφιχτοχέρη. Άξιος που ζει σαν άγνωρος με τη δική του γνώση, σα να ’χει όχι να δώσει, μα σα να θέλει να γυρέψει.

Γνωρίζει η πράξη τα μισά, τ’ ακέρια η σκέψη ξέρει.

110 Σε ανταριαστούς κάποιους καιρούς ξέχωρους φτάνει ώς τ’ άστρα όποιος τη γνώμη του κρατά μ’ όλη της την αλήθεια κι εκείθε απ’ τ’ άγρια ρέματα κι από τα γαύρα πλήθια, μες στη χαλάστρα οργή και ορμή μιαν άνεργη όψη πλάστρα. Απάνου από το δυνατό τα πάντα που λυγίζει 115 κάποιος κριτής υπάρχει και ζυγίζει. Πόσες φορές του ατάραχου του πρέπουν Ωσαννά! Καλά καλά και αληθινά η δύναμη δεν είναι και δε ζει παρά μαζί 120 με τη δικαιοσύνη.

Γειρτό κεφάλι γαληνό με την ταπεινοσύνη θαρρείς πως γέρνει μοναχά για να δεχτεί κάποιο στεφάνι που από δάφνη έχει πλεχτεί, που έχει πλεχτεί από κρίνο 125 για το κεφάλι εκείνο. Άξιοι, στα κάστρα σας κλειστοί, σεμνέ σοφέ, τρελέ ποιητή!

Και είν’ άξιος όποιος μες στο κάστρο του κλειστεί, λιγόψυχο ας τον κράζουνε, γυναίκα ας τον ειπούνε 130 για να φυλάξει απείραχτα και απάρθενα τα λόγια τα προφητικά που αργά θα γκρικηθούνε, αργά ή γοργά σα θα σημάνεις, ώρα, πέρα κι απάνου απ’ το σεισμό το χαλασμό, πρωί και με την ξαστεριά, στερνά και με τη μπόρα. 135 Ποιός ξέρει! Ο λόγος θ’ ακουστεί σαν πρέπει ν’ ακουστεί, τι πέρα πάει κι απάνου από τα ήσυχα, πέρα κι απάνου από την ταραχή, Νόμος αυτοκυβέρνητος, σκοπός και βρυσομάνα αρχή, με τη φωνή του μοναχά, κι όταν ακόμα μένει 140 με στόμα που το σφράγισε μαλαματένια μια σιωπή, σιωπή, που σε όλα γύρω της αδιάφορη και ξένη, δείχνει σα να ’χει κάτι απ’ όλα πιο βαθύ να πει.

Μάνα, των κόσμων η αρμονία σε φορεί στο κεφάλι της κορόνα. 145 Των Ελικώνων η ουρανία, τα χέρια που τα νέχταρα κερνάνε ποιά Ερινύα με φίδια σού τ’ αρμάτωσε και ποιά γοργόνα;

Στη σιδερένια γοργοχέρα Πράξη, χαρά του Ολύμπου ή Βαλκυρία, χαρίζεις θρόνο. 150 Κι εγώ της σκέψης που είναι από μετάξι βωμούς υψώνω.

Κι απ’ όσα σύνεργα ο χαμός, κύριος της γης και παιδεμός πάει και δουλεύει και σκορπά, για να τα ξαποστείλει 155 στη γη, στα νέφη, στους βυθούς του Ωκεανού, για μέ βαραίνει πιο πολύ του κήπου το γιοφύλλι και στης μουριάς τα φύλλα το αργοδούλεμα του σκουληκιού.

Κάποιες θρονιάζονται σκληρές κι άγριες μεγαλοσύνες 160 απάνου απ’ όσα κράζουμε κακίες ή αρετές. Όμως ψηλότερα κρατιούνται κι από κείνες τις άγριες και σκληρές μεγαλοσύνες παρθένες ήμερες καλοσύνες απ’ την απαλοσύνη τους μονάχα δυνατές.

165 Και είν’ άξιος, και πορεύεται και με την τρικυμιά καθώς πορεύεται και μέσα στην απανεμιά της σκέψης του ο σοφός πιστός· γιατ’ είναι από τη θεία ψυχή που πνέει απάνου απ’ τα στοιχεία, πνοή και η σκέψη, μια.

170 Και είν’ άξιος όποιος το κανόνι ν’ αστράφτει όταν ακούει και να βροντά, το μέτωπο, της δάφνης δόξα, το στυλώνει στην άρπα ή στο βιβλίο, τα τρισευλογητά. Κι όπως της μάνας η στοργή τρανεύει 175 απάνου απ’ το προσκέφαλο του σπλάχνου της που κιντυνεύει, Αγάπη, εντός του αισθάνεται πως πας να μεγαλώσεις για τη χαρά της μουσικής, για τα βαθιά της γνώσης, Αγάπη, για τα δίδυμα τα δύο, 180 την άρπα, το βιβλίο, όταν ή αλάργα ή κάπου εκεί κοντά ακούει ν’ αστράφτει Θεού οργή και να βροντά.

Και ω των Πινδάρων αγριελιές και ω δάφνες των Τυρταίων! Τ’ ανακρεόντεια ρόδα να στολίσουν 185 όμοια μπορεί και να φεγγοβολήσουν κορμοστασιές παλικαριών και μέτωπα γενναίων. Απάνου από στρατηλατών καισαρικών ορμή, ρωμαία ορμή νικήτρα καταλύτρα,— μοναχική, ακατάδεχτη και σαν καταφρονήτρα 190 του κόσμου που σπαράζεται στα πόδια της, και ξένη, η λύρα η κοσμογονική του Λουκρητίου στημένη θριαμβευτική.

Μούσα του Ολύμπου φωτερού, χαρά του πράσινου Ελικώνα! 195 Νά της ζωής τα βήματα, μια ιδέα! Και τα φτερά, νά τα φτερά, ένα όνειρον! Απάνου απ’ τη γοργόνα του μίσους και του σπαρασμού, του ολέθρου και του τρόμου, σαν πρωτοστάτης άγγελος το γαλανό όνειρό μου.

Είμαι ποτάμι από τραγούδια αχάλαστα, γιά ιδές! 200 Χρυσή η κιθάρα, χάρισμα δικό σου ουρανοπλάνο! Από κυκλώπεια μάνητα κι αν πάνε οι κόρδες της κι οι ωδές,— από καινούριες άσφαλτες νεραϊδοπρόσφερτες χορδές κελαηδισμό και κλάγγασμα καινούρια θα της κάνω.

Και τ’ όνειρό μου της παρθένας Ηγησώς γαμπρός. 205 Και της παρθένας Ηγησώς το μαρμαροκρινόχερο στο ήσυχο μεθύσι των τάφων που τους είναι θησαυρός, το χέρι της παρθένας Ηγησώς πάει τ’ όνειρό μου να φιλήσει.

Η ΜΟΥΣΑ

210 Ρήμασμα οϊμέ! και χάλασμα της γης το περιβόλι, γύμνια στης χώρας τ’ ανοιχτά και στα κλεισμένα της ψυχής. Η Ελλάδα ονειροπάλατο κι ένα χαμόγελο όλη! Ξένος προφήτης έκραξε της χώρας θείας ξαγναντευτής. Οϊμέ! το ονειροπάλατο, στο φως του ξύπνου, πάει! 215 Χέρι σα Μήδειας βακχικής κομμάτια το σκορπάει το από το αίμα της κορμί στα αιγαία γαλανοπλάτια. Κι εσύ, βλαστός μου αταίριαστος, και ποιός θα το πιστέψει, στην πράξη απάνου, στη φωτιά, και ποιά δροσοπαλάτια χιμαιρικά αγωνίζεσαι να χτίσεις με τη σκέψη;

220 Ω πεταλούδες των παιδιών και των καρδιών μες στα κοπάδια ανυποψίαστες των ακρίδων! Δόξες των έργων και χαρές των τραγουδιών τις κάνουν οι ευτυχίες των πατρίδων.

Πρωτοχρονιά του 1917