Προηγούμενο   Επόμενο
Τέλος 
στη λογοτεχνία

1956

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

  • Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

Μενέλαος Λουντέμης 1912-1977

Ο Μενέλαος Λουντέμης γράφει το βιβλίο του Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, όπου ο Μέλιος, ο μικρός ήρωας της ιστορίας, που αγαπάει το διάβασμα και τις ιστορίες, εγκαταλείπει το φτωχικό του σπίτι και μέσα από μια σειρά κακοτυχίες και σκληρότητες, επιμένει να συνεχίσει τις σπουδές του.

Διαβάστε σχετικά:
Κεφάλαιο πρώτο
Ο αέρας φύσαγε σα γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν’ ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος κρύωνε. Κρύωνε ο κόσμος τούτο το φθινόπωρο. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτής της πόλης. Είχαν στριμωχθεί εκεί απάνου στην ποδιά του βουνού, απ’ τα παλιά τα χρόνια, και τώρα μετάνιωσαν. Μα ήταν πολύ αργά. Τώρα είχαν γίνει πόλη. Σηκώνεται και φεύγει έτσι εύκολα μια πόλη;
Για να λέμε όμως και την αλήθεια το κρύο δεν είχε λόγο να κοπιάσει τόσο νωρίς. Ούτε κι ο Καζαμίας συμφωνούσε μαζί του. Οι παγωνιές ήταν ακόμα μακριά. Έπηζαν τα ποτάμια και δένανε τα νερά. Αυτές ήταν οι χειμωνιάτικες δουλειές του αέρα. Μα το Σεπτέμβρη μήνα δε γίνονται αυτά τα καμώματα. Οι αέρηδες είναι ακόμη μαλακοί. Μυρίζουν ώριμα φρούτα. Δε θέλουν σύννεφα μαζί τους, είναι ανάλαφροι σαν ξυπόλητα αγόρια.

Να, σαν κι αυτό το ξυπόλητο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ’ όνομά του είναι Μέλιος μα δε χρειάζεται γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσκοβολάει δυνατά απ’ τη δεντροστοιχία και τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ’ ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ’ ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια… Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος;
Το ξυπόλητο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι που αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Αποδώ θα περάσει να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ’ αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ’ το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.
Γιατί πιο κάτου πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σα νερογάλαζη φασκιά. Αποδώ φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόρθες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο.. Τα παιδιά θα μπορούν να ‘χουνε ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.
Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ’ όνειρό του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρά του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ’ το χορταρένιο στρώμα του….
Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στιφάδα της μοναξιάς, όπως του την πότισαν οι σελίδες ενός άλλου βιβλίου που τώρα πια έμεινε πίσω. Συνεφιάζει… Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μάγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά, και φεύγανε.
Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. Ήθελε να γυρέψει το Μάικωβο μα το γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ’πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα ’πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει αποκεί, αυτά που του ’κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ’ τα μουστάκια τους. Θα ’πιανε αγάπες με τις ζουγραφιές, με τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί παππούδες, που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.
Μα στο χωριό, κείνο που ήταν παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλιά. Έπρεπε λοιπόν να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ’ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του ’βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια, και “σε παρακαλώ” του λέει αν “βρεις εκεί που πας κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες παρ ’το μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω όμως…”
Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… Και του τα ‘δωσε πίσω. “Παρ ’τα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν πάλι δε λένε, θα σου πάρω ένα αφτί. Ε;…” Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια…. “Άιντε, άιντε… Σύχασε… είπε. Δε σου παίρνω αφτί σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;”
Σε τρεις μέρες του ‘φερε ένα χαρτί λίγο πιο χοντρό απ’ το Βαγγέλιο και του το ‘δωσε. “Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για παρ ’το συ μήπως σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε”.
Το παιδί τ’ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σα μικρό σπιτάκι. “Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού” έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν. Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε και το ’μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας που του το ’χε φέρει, τ’ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ’ όποιον ήθελε.
Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ’ όλα τα σπίτια. Το ‘μαθε κι ο δάσκαλος και μια μέρα του παράγγειλε να πάει. Βάζει λοιπόν ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.
-Α έλα ’δώ… του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;
-Δε φταίω ’γω… έκανε το παιδί.
-Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά καμωμένα είν’ αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ’αγαπάς;
Γράμματα του σκολειού! Αν τ’ αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μάθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μια εκεί. μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ’ αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν’ αυτά που λες κυρ δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις τα σκολειά σ’ αυτόν τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί;
Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο-λίγο όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια… Σκοπεύει, σα θα μαζέψει κάμποσα, να πάει σ’ ένα δάσκαλο και να του πει, “να, πάρε, και δωσ’ μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού…” Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.
Και τώρα να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;… Δάσκαλος αληθινός με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σκολειό; Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.
-Τι ‘ν’ αυτό; ρωτά ο δάσκαλος.
-Χρήματα.
-Που τα ’βρες;
-Τα κέρδισα.
-Και γιατί τα κουνάς;
-Είναι για γράμματα. Μα δεν είναι πολλά. Άμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό δάσκαλε;….
Αν μπορεί;….
Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.
-Λοιπόν… πήγε να του πει. Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σα βραχνή.
Άστα… Άστα εκεί και πήγαινε… Αύριο που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου έλα… του λέει.
-Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;
-Όχι, όχι καλό μου… πώς είναι τ’ όνομά σου;
-Μέλιος.
-Όχι Μέλιο. Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη τώρα και πιο βραχνή.
Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ’ το παράθυρο σα να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και ήθελε να τον μάθει.
Απ’ τ’ άλλο βράδυ άρχισε να πηγαίνει. Σα συγύριζε τα βόδια και τα πότιζε, και τα πάχνιζε, έχυνε στο κεφάλι του ένα μαστραπά νερό, σφουγγιζότανε, έχωνε στον κόρφο του τα χαρτιά του, και κλεφτά-κλεφτά τρύπωνε στο σπίτι του δάσκαλου. Τα ’χανε συμφωνήσει οι δυο τους να μη μαθευτεί το μυστικό τους σχέδιο.
Μα μια νύχτα, καθώς έσπρωχνε την πόρτα του αχερώνα, να βγει στο πατάρι να κοιμηθεί, είδε το λυχνάρι του αναμμένο. Ποιος ήταν; Το παιδί βάδισε στα νύχια. Ανέβηκε τα λίγα σκαλιά…
-Έλα ’δώ, ακούει μια χοντρή φωνή.
Πριονιά πέρασε απ’ τα γόνατα του Μέλιου. Εκεί στο κατωμέντερο, με τα πόδια σταυρωτά και την τσιμπούκα χωμένη στα μουστάκια, τον καρτερούσε τ’ αφεντικό του.
-Έλα ’δώ… του ξανακάνει. Για ζύγωσε. Κάτσε. Πού τριγυρίζεις νυχτιάτικα;
Το παιδί έτρεμε.
-Κι αφήνεις και την πόρτα του αχουριού ανοιχτή. Γιατί το κάνεις;
-Για να μη… Για να μην κάνω σαματά και ξυπνάτε, του λέει το παιδί.
-Κι αν μας κλέψουνε τα ζα; Ε; Μπορείς να μου απαντήσεις εδώ; Αν έρθουν προκομμένε μου και μας κλέψουνε τα ζα από ποιον θα τα γυρέψω; ε;
-Εγώ… κάνει το παιδί.
-Εσύ; Να ένας πλούσιος! Και με τι θα τα πλερώσεις; Ε; Μπορείς μια στιγμούλα να μας το πεις κι αυτό;
-Δεν τα κλέβουνε… τόλμησε να πει το παιδί.
-Νάτα … Και πώς το ξέρεις εσύ; Συμπεθεριά με τους αλογοσούρτηδες έχεις; Α έτσι το λοιπόν, ε; Εκεί φαίνεται ότι ρεμπελεύεις ε; Μ’ αυτούς κάνεις κονάκι! Σώπα συ και αύριο τα λέμε. Αύριο που θα σε παραδώσω στο χωροφύλακα τα λέμε.
-Όχι!… λέει το παιδί κι η φωνή του τρέμει. Όχι δεν πάω μ’ αυτούς που λες. Εγώ…
-Ε τότε πού στον αγύριστο πας;
“Εγώ πάω στο σκολειό”.
“Στο σκολειό; Νάτα! Στο σκολειό είπες; Ε χάλασ’ ο κόσμος. Και καλά βρε κουτάβι… δηλαδή δε μπορούνε δηλαδή να κάνουνε τα γράμματα δίχως τη μούρη σου; Δηλαδή, να πούμε, αν δε τα μάθεις εσύ, αγύρευτα θα μείνουνε τα γράμματα; Ε; Αυτό ήθελα να μου πεις. Λοιπόν. Άκου τώρα. Λίγα λόγια: Απ’ αύριο κόβεις. Ή ζευγάς-ζευγάς ή παπάς-παπάς. Για γελαδάρη σε πήρε, δε σε πήρα για γραμματικό! Εξηγηθήκαμε; Άντε πέσε τώρα να κοιμηθείς κι αύριο έχεις δουλειά. Καις και το λάδι…”
Το παιδί έσβησε το λυχνάρι, έπεσε πάνου στ’ άχερα και τα μούσκεβε ως το πρωί.
Απ’ την άλλη μέρα τα ’κοψε όλα, πέταξε τα βιβλία μες στην κοπριά και δεν τα ξανασήκωσε πια. Το πήρε απόφαση. Αυτό ήταν το γραφτό του. Να κάνει χωριό με τα δαμάλια.
Έτσι του πέρασε’ απ’ το νου. Μα γελάστηκε. Την τρίτη μέρα καθώς γύριζ’ απ’ τη βοσκή τον σταμάτησ’ ο δάσκαλος.
-Τα ’μαθα κακόμοιρέ μου! του λέει. Μα δε θα σ’ αφήσω να χαθείς. Άκου δω. Θα στο δώσω γώ ό τι βιβλίο χρειαστείς. Να διαβάζεις λοιπόν ώσπου να τις περάσεις όλες τις τάξεις. Κι άμα βγάλεις το Δημοτικό κι έχεις κουράγιο και για το Γυμνάσιο, προχώρα. Δος του αφέντη σου μια τύφλα και τράβα. Πάρε τώρα τούτο το σακούλι. Είναι μέσα τα βιβλία. έλα άσε τα κλάματα. Καλή πρόοδο!….
Ο δάσκαλος έφυγε. Τα μάτια του παιδιού τον ακολουθούσαν να ξεμακραίνει, να χάνεται πίσω απ’ τη σκόνη που σήκωνε η αγέλη.
Όπως το ‘πε ο δάσκαλος έγινε. Κείνα τα βιβλία που του ‘δωσε, τα ξεκοκάλισε όλα. Τα ‘μαθε νερό.
Το καλοκαιράκι κινάει ο δάσκαλος και πάει έξω στα τσαΐρια.
-Ήρθα να δω την πρόοδό σου, του λέει.
Καθίσανε εκεί κάτου από μια γκορτσά και τα είπανε. Ξεφυλλίσανε και τα βιβλία. Είπανε και τα σχέδιά τους. Μια σπίθα ήταν κείνο το παιδί. Ο δάσκαλος πήγε να χάσει το νου του. Σα χωρίσανε όλα ήταν κανονισμένα. Το φθινόπωρο μπορούσε να κατεβεί στην πόλη για εξετάσεις. Ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να του δώσει το χαρτί. Ότι άκουσε όλα τα μαθήματα, “όλην την ύλην” όπως τα ’λεγε, ότι ήταν φρόνιμος κλπ., κλπ. Κι οτι “έτυχε του βαθμού άριστα”.
Έλα πιάσ’ τον τώρα εσύ το φιλαράκο!
Ο τελευταίος κείνος μήνας πέρασε με τρελά χτυποκάρδια κι ανεβοκατεβάσματα στους ουρανούς, ώσπου ήρθε το φθινόπωρο, φουσκωμένο καρπό, με μια μοσκοβολιά που πρώτη φορά ένιωθαν τα πλεμόνια του. Παράγγειλε στο ραφτάκο το χωριού ένα ντρίλι - όσο να πεις καινούργιο ήταν - έδωσε και στο μπαλωματή να του περάσει σόλες. Έπλυνε στην ποτίστρα τις αλλαξιές του. Καθάρισε και με τ’ αφεντικό. Όλα ήταν εντάξει. Ο δάσκαλος τον συντρόφεψε ως το σταυροδρόμι. Εκεί δώσανε τα χέρια… μα του δάσκαλου το χέρι κάτι είχε μέσα του και δε μπορούσε να κλείσει.
-Τι είναι δάσκαλε;
-Πάρ’ τα είναι το χρήμα σου. Να ‘χεις εκεί στην πόλη λίγο χαρτζιλίκι. Είναι δύσκολη η ζωή εκεί. Θα θέλεις για νοίκι, για φαΐ, για τετράδια. Πάρ’ τα.
Του ήρθε να φιλήσει το χέρι του δασκάλου μα δεν το ‘βρισκε γιατί τα μάτια του είχαν θαμπώσει απ’ τα δάκρυα.

Μ.Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδ. Δωρικός 1974