Ο Αινείας αφηγείται τα δεινά που βρήκαν τους Τρώες εξαιτίας του Δούρειου ίππου. Ο ρόλος του Λαοκόωντα.

 

Α' Μετάφραση

…………….Ἀπὸ τὸν πόλεμο κομμένοι κι' ἀπ' τὴ μοῖρα

τῶν Δαναῶν οἱ ἄρχοι, ἀφοῦ χρόνοι πολλοὶ περάσαν,

ἄλογο κτίζουν σἂν βουνὸ μὲ τέχνη καὶ βοήθεια [15]

τῆς Ἀθηνᾶς καὶ ταῖς πλευραῖς μ' ἔλατο σανιδόνουν.

Σ' ἐκεῖνο μέσα διαλεχτοὺς ἄνδρες κληρούχους κρύβουν

καὶ κλείουν τους 'ς τὸ σκοτεινὸ πλευρόν, ὥστε τ' ἀλόγου

τὰ σωθικὰ βαθειὰ γεμίσαν ὅλα ἀρματωμένους.

Ἀγνάντια κεῖτ' ἡ Τένεδος ἡ ξακουσμένη νῆσος, [20]

ποὺ δύναμη (ὅσο ὁ Πρίαμος ἐζοῦσε) εἶχε καὶ πλούτη

καὶ τώρα μόνο ἀδέξιο λιμάνι γιὰ καράβια·

ἐκεῖ 'ς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιὰν ἐπῆγαν κ' ἐκρυφθῆκαν

καὶ 'μεῖς θαρροῦμε π' ἄνεμος τοὺς παίρνει 'ς ταῖς Μυκήναις,

ὥστε τὸ πένθος τὸ μακρὸν ὅλ' ἡ Τευκρίδα βγάνει, [25]

οἱ πύλαις της ἀνοίγονται, τὰ δωρικὰ λημέρια

τρέχουν νὰ ἰδοῦν, ὁπ' ἄφησαν, καὶ τὸ ἔρημο ἀκρογιάλι.

«Ἐδῶ μὲ πλήθιους Δόλοπες λημέριαζε ὁ Ἀχιλλέας,

ἐδῶ τὰ πλοῖα κ' ἐδεκεῖ τὴ μάχη ἐκεῖνοι ἀρχίζαν.»

Τὸ δῶρον ἄλλοι θαύμαζαν τ' ὀλέθριο τῆς Ἀθήνης [30]

καὶ τὸ τρανό του μέγεθος καὶ πρῶτος ὁ Θυμοίτης

εἶπ' αὐτὸ μέσα νὰ φερθῇ 'ς τὸ φρούριο νὰ τὸ βάλουν,

εἴτε γιὰ δόλο ἢ τὄθελεν ἡ Μοῖρα τῆς Τρωάδος.

Ὁ Κάπυς καὶ ὅλοι ὅσοι 'ς τὸν νοῦν καλλίτερ' εἶχαν γνώμη,

εἴτε εἰς τὸ πέλαο νὰ ριφθῇ τὸ ὕποπτον τὸ δῶρο [35]

τῶν Δαναῶν συμβούλαυαν, εἴτε καὶ νὰ τὸ κάψουν,

ἢ νὰ τρυπήσουν τὴν κοιλιὰ καὶ μέσα νὰ ἐξετάσουν·

εἰς διάφοραις χωρίζεται γνώμαις τἀβέβαιο πλῆθος.

Πρῶτος αὐτοῦ ὁ Λαοκόωντας μ' ἄλλους πολλοὺς μαζῆ του

ἀπὸ τὸν πύργο τὸν ψηλὸ ἔτρεξεν ὠργισμένος [40]

κι' ἀπὸ μακρυά: «σᾶς βγῆκε ὁ νοῦς, δυστυχισμένοι» κράζει·

«Θαρρεῖτ' ὁπ' ἔφυγαν οἱ ἐχθροί; τῶν Δαναῶν τὰ δῶρα

ἀθῶα τὰ λογιάζετε; Τί 'ναι ὁ Ὀδυσσέας ξεχάστε;

Ἢ μὲς τὸ ξύλιν' ἄλογον εἶν' Ἀχαιοὶ κρυμμένοι

ἢ τέτοια φτιάσαν μηχανὴ τὰ τείχη νὰ χαλάσουν [45]

νὰ βλέπουν εἰς τὰ σπίτια μας 'ς τὴ χώρα νὰ κατέβουν

ἢ καὶ ἄλλη πλάνη· τ' ἄλογο μὴ 'μπιστευθῆτ', ὦ Τεῦκροι,

ὅ,τι κι' ἂν εἶν', τοὺς Δαναοὺς φοβοῦμαι καὶ ἂν χαρίζουν.»

Αὐτὰ 'πε καὶ μὲ δύναμη πολλὴ τὸ μέγα ἀκόντι

'ς τὸ πλάγι, μέσα 'ς τὴν κυρτὴ κοιλία τοῦ θηρίου [50]

σφενδόνισε, ποὺ τρέμοντας ἐστάθη· κ' ἐσαλεύθη

τὸ σῶμα κι' ὅλα ἐβούϊξαν στενάζοντας τὰ βάθη

κι' ἂν οἱ θεοὶ δὲν τὄθελαν κι' ὁ νοῦς τυφλὸς δὲν ἦταν, -

ὅ,τι εἰμποροῦσε ἔκαμε αὐτὸς τ' ἄλογο γιὰ νὰ σχίσουν -

ἀκόμη ἡ Τροία θὰ ἦτ' ὀρθή, πύργε ψηλέ, θὰ ἐβάστας. [55]

(Βιργ., Αιν. 13-56, Μετ. Λορέντζος Μαβίλης)

 

Β' Μετάφραση

(13-20) Τσακισμένοι από τον πόλεμο κι αποδιωγμένοι από τις μοίρες οι καπετάνιοι των Δαναών, αφού τόσα κύλησαν χρόνια, ίππον τρανό σαν βουνό με τη θεία της Παλλάδας τέχνη σκαρώνουν και με σανίδες από έλατο ταιριάζουν τα πλευρά. Καμώνουνται τάχα τάμα πως είναι για τον καλό γυρισμό στην πατρίδα· αυτή η διάδοση πλανιέται. Εδώ διαλεχτούς άντρες με κλήρο κλείνουνε κρυφά στα σκοτεινά πλευρά του και μέσα του τ' απέραντα κουφώματα και την κοιλιά του μ' οπλισμένους στρατιώτες γεμίζουν.

(21-39) Βρίσκεται αγνάτια η Τένεδο, νησί ξακουσμένο, πλούσιο, όσον καιρό στέκονταν του Πρίαμου το ρηγάτο, μα τώρα είναι μονάχα κόρφος κι επικίντυνο στα πλοία αραξοβόλι· εδώ αράζοντας κρύβουνται στην έρημη αχτή. Εμείς ότι φύγανε νομίσαμε και με τον άνεμο τραβάν για τις Μυκήνες. Όλη λοιπόν απ' το μακρύ πένθος γλίτωσε η Τροία: ανοίγουνται οι πύλες, χαιρόμαστε να πάμε και το Δωρικό στρατόπεδο και τους έρμους τόπους να ιδούμε και την παντέρμη την αχτή. Εδώ ο στρατός των Δολόπων, εδώ ο άγριος κατασκήνωνε Αχιλλέας, εδώ η θέση για τα καράβια, εδώ γινόνταν συνήθως ο αγώνας σε παράταξη. Άλλοι θαμπώνουνται απ' της παρθένας Αθηνάς το ολέθριο τάμα και το μπόι του αλόγου θαμάζουν· και πρώτος ο Θυμοίτης να οδηγήσουμε στα τείχη μέσα συμβουλεύει και στο κάστρο ναν το στήσουμε, θέλεις με δόλο λέγοντας αυτά θέλεις γιατί έτσι ήταν πια γραφτό της Τροίας. Μα ο Κάπυς κι εκείνοι που η γνώμη τους ήτανε πιο καλή, παρακινούν ή στη θάλασσα των Δαναών να γκρεμίσουμε τις παγίδες και τα ύποπτα δώρα, ή να κάψουμε βάζοντας κάτω απ' τον ίππο φωτιά, ή να τρυπήσουμε και να εξετάσουμε τις κούφιες κρυψώνες της κοιλιάς. Χωρίζεται σε γνώμες αντίθετες ο άστατος όχλος.

(40-56) Πρώτος τότε απ' όλους με την ακολουθία μεγάλου πλήθους ο Λαοκόων σαν ζεματισμένος τρέχει κάτω απ' την ψηλή ακρόπολη και από μακριά φωνάζει: «Ε, δυστυχισμένοι, τι τόση τρέλα σας έχει πιάσει, συμπολίτες; Πιστεύετε πως φύγαν οι εχθροί; ή νομίζετε ότι μερικά δώρα των Δαναών δεν κρύβουνε παγίδες; έτσι σας είναι γνωστός ο Οδυσσέας; Ή σ' αυτό εδώ το ξύλινο άλογο κρυμμένοι κρύβουνται οι Αχαιοί, ή αυτή η μηχανή κατασκευάστηκε ενάντια στα τείχη μας για να κατασκοπεύσει τα σπίτια μας και να περάσει πάνω απ' την πόλη, ή κάποια άλλη απάτη κρύβεται. Στον ίππο μην πιστεύετε, Τεύκροι,. Ο,τιδήποτε τούτο είναι, φοβούμαι τους Δαναούς κι αν ακόμα φέρνουν δώρα». Έτσι είπε και μ' όλη τη δύναμη πελώριο ετίναξε κοντάρι στο πλευρό του θεριού και στην κούφια ταιριασμένη κοιλιά. Καρφώθηκε τούτο τρέμοντας και με το τίναγμα της κοιλιάς αντήχησαν τα κουφώματα, κι αφήκαν στεναγμό. Και, αν δεν ήταν από θεού, αν το κεφάλι μας δεν ήταν αλαφρύ, θα μας έσπρωχνε με το σιδερένιο ξίφος τις Αργολικές να σχίσουμε κρυψώνες, κι η Τροία τώρα θα ήκμαζε, κι εσύ του Πρίαμου ψηλή ακρόπολη ακόμα θα βρισκόσουν.» (Μετ. Θ. Δ. Τασόπουλος, 1964)