Ο Τηλέμαχος στο παλάτι του Μενέλαου και της Ελένης στη Σπάρτη

[Η Ελένη] Κάθισε απάνω σε θρονί που ᾽χε σκαμνί από κάτω,

κι έτσι με λόγια της γλυκά τον άντρα της ρωτούσε·

«Το ξέρουμε, θεόθρεφτε καλέ Μενέλαε, τώρα

ποια να ᾽ναι τ' αρχοντόπουλα στο σπίτι που μας ήρθαν;

Θα σφάλω τάχα ή, θα το βρω; Μα προνογά η ψυχή μου.

Γιατί δεν είδα ακόμα εγώ, ούτε άντρα ούτε γυναίκα,

-θάμπος με πιάνει να θωρώ- καθώς αυτός να μοιάζει

με τον Τηλέμαχο το γιο του ξακουστού Δυσσέα,

που σπίτι του τον άφησε βυζασταρούδι ακόμα,

όταν για μένα οι Αχαιοί την κακομοιριασμένη

ήρθαν στην Τροία, πρόθυμοι το αίμα τους να χύσουν».

Τότ' έτσι απάντησε ο ξανθός Μενέλαος και της είπε˙

«Έτσι όπως, φως μου, το θαρρείς κι εγώ το κρίνω τώρα.

Τέτοια κι εκείνου φαίνονταν τα πόδια του, τα χέρια

και των ματιών του οι αστραπές κι η κεφαλή κι η κόμη.

Και τώρα που θυμήθηκα κι είπα για το Δυσσέα,

όσους για μένα τράβηξε ταλαιπωριές και κόπους,

αυτού πικρά στο πρόσωπο τα δάκρυα του κυλούσαν

και σκέπασε τα μάτια του με τ' άλικό του ρούχο».

 

[…]

«Ω, θε μου, φίλου μου ακριβού στο σπίτι μου ήρθε ο γιος του,

που τράβηξε για χάρη μου ταλαιπωριές μεγάλες,

κι αυτόν απ' όλους έλεγα πιο πάνω ν' ανταμείψω

σαν έρθει, αν μες στα πέλαγα ο βροντολάλος Δίας

το γυρισμό μας χάριζε με τα γοργά καράβια.

Μια πόλη θα του χάριζα κι ένα παλάτι στ' Άργος

κι εδώ απ' το Θιάκι θα ᾽φερνα κι αυτόν με τ' αγαθά του,

το γιο του κι όλο το λαό, αδειάζοντας, μια πόλη

απ' όσες έχω ολόγυρα μες στην υποταγή μου.

Και τότε εδώ θα σμίγαμε συχνά πυκνά κι οι δυο μας,

κι άλλο δε θα μας χώριζε να ζούμε αγαπημένα,

πριν μας σκεπάσει το βαθύ σκοτάδι του θανάτου.

Μα κάποιος έμελλε θεός αυτά να τα φθονέσει,

κι αρνήθηκε το γυρισμό μόνο σ' αυτόν τον έρμο».

Είπε, και σ' όλους, άναψε τον πόθο να θρηνήσουν.

Έκλαιγε η θεογέννητη Αργίτισσα Ελένη,

έκλαιγε κι ο Τηλέμαχος κι ο ξακουστός Μενέλαος,

(Οδ. δ 136-154, 169-185, μετ. Ζ. Σιδέρης)