Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Κατάπλους ἢ Τύραννος (5-7)


ΚΛΩΘΩ
[5] Ἡμεῖς δέ, ὦ Χάρων, ὀλιγωρίαν ἤδη τοῦ Ἑρμοῦ κατεγινώσκομεν.
ΧΑΡΩΝ
Τί οὖν ἔτι διαμέλλομεν ὡς οὐχ ἱκανῆς ἡμῖν γεγενημένης διατριβῆς;
ΚΛΩΘΩ
Εὖ λέγεις· ἐμβαινέτωσαν. ἐγὼ δὲ προχειρισαμένη τὸ βιβλίον καὶ παρὰ τὴν ἀποβάθραν καθεζομένη, ὡς ἔθος, ἐπιβαίνοντα ἕκαστον αὐτῶν διαγνώσομαι, τίς καὶ πόθεν καὶ ὅντινα τεθνεὼς τὸν τρόπον· σὺ δὲ παραλαμβάνων στοίβαζε καὶ συντίθει· σὺ δέ, ὦ Ἑρμῆ, τὰ νεογνὰ ταυτὶ πρῶτα ἐμβαλοῦ· τί γὰρ ἂν καὶ ἀποκρίναιντό μοι;
ΕΡΜΗΣ
Ἰδού σοι, ὦ πορθμεῦ, τὸν ἀριθμὸν οὗτοι τριακόσιοι μετὰ τῶν ἐκτιθεμένων.
ΧΑΡΩΝ
Βαβαὶ τῆς εὐαγρίας. ὀμφακίας ἡμῖν νεκροὺς ἥκεις ἄγων.
ΕΡΜΗΣ
Βούλει, ὦ Κλωθοῖ, τοὺς ἀκλαύστους ἐπὶ τούτοις ἐμβιβασώμεθα;
ΚΛΩΘΩ
Τοὺς γέροντας λέγεις; οὕτω ποίει. τί γάρ με δεῖ πράγματα ἔχειν τὰ πρὸ Εὐκλείδου νῦν ἐξετάζουσαν; οἱ ὑπὲρ ἑξήκοντα ὑμεῖς πάριτε ἤδη. τί τοῦτο; οὐκ ἐπακούουσί μου βεβυσμένοι τὰ ὦτα ὑπὸ τῶν ἐτῶν. δεήσει τάχα καὶ τούτους ἀράμενον παραγαγεῖν.
ΕΡΜΗΣ
Ἰδοὺ πάλιν οὗτοι δυεῖν δέοντες τετρακόσιοι, τακεροὶ πάντες καὶ πέπειροι καὶ καθ᾽ ὥραν τετρυγημένοι.
ΧΑΡΩΝ
Νὴ Δί᾽, ἐπεὶ ἀσταφίδες γε πάντες ἤδη εἰσί.
ΚΛΩΘΩ
[6] Τοὺς τραυματίας ἐπὶ τούτοις, ὦ Ἑρμῆ, παράγαγε· καὶ πρῶτόν μοι εἴπατε ὅπως ἀποθανόντες ἥκετε· μᾶλλον δὲ αὐτὴ πρὸς τὰ γεγραμμένα ὑμᾶς ἐπισκέψομαι. πολεμοῦντας ἀποθανεῖν ἔδει χθὲς ἐν Μηδίᾳ τέτταρας ἐπὶ τοῖς ὀγδοήκοντα καὶ τὸν Ὀξυάρτου υἱὸν μετ᾽ αὐτῶν Γωβάρην.
ΕΡΜΗΣ
Πάρεισι.
ΚΛΩΘΩ
Δι᾽ ἔρωτα αὑτοὺς ἀπέσφαξαν ἑπτά, καὶ ὁ φιλόσοφος Θεαγένης διὰ τὴν ἑταίραν τὴν Μεγαρόθεν.
ΕΡΜΗΣ
Οὑτοιὶ πλησίον.
ΚΛΩΘΩ
Ποῦ δ᾽ οἱ περὶ τῆς βασιλείας ὑπ᾽ ἀλλήλων ἀποθανόντες;
ΕΡΜΗΣ
Παρεστᾶσιν.
ΚΛΩΘΩ
Ὁ δ᾽ ὑπὸ τοῦ μοιχοῦ καὶ τῆς γυναικὸς φονευθείς;
ΕΡΜΗΣ
Ἰδού σοι πλησίον.
ΚΛΩΘΩ
Τοὺς ἐκ δικαστηρίων δῆτα παράγαγε, λέγω δὲ τοὺς ἐκ τυμπάνου καὶ τοὺς ἀνεσκολοπισμένους. οἱ δ᾽ ὑπὸ λῃστῶν ἀποθανόντες ἑκκαίδεκα ποῦ εἰσιν, ὦ Ἑρμῆ;
ΕΡΜΗΣ
Πάρεισιν οἵδε οἱ τραυματίαι οὓς ὁρᾷς. τὰς δὲ γυναῖκας ἅμα βούλει παραγάγω;
ΚΛΩΘΩ
Μάλιστα, καὶ τοὺς ἀπὸ ναυαγίων γε ἅμα· καὶ γὰρ τεθνᾶσι τὸν ὅμοιον τρόπον. καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ πυρετοῦ δέ, καὶ τούτους ἅμα, καὶ τὸν ἰατρὸν μετ᾽ αὐτῶν Ἀγαθοκλέα. [7] ποῦ δ᾽ ὁ φιλόσοφος Κυνίσκος, ὃν ἔδει τῆς Ἑκάτης τὸ δεῖπνον φαγόντα καὶ τὰ ἐκ τῶν καθαρσίων ᾠὰ καὶ πρὸς τούτοις γε σηπίαν ὠμὴν ἀποθανεῖν;
ΚΥΝΙΣΚΟΣ
Πάλαι σοι παρέστηκα, ὦ βελτίστη Κλωθοῖ. τί δέ με ἀδικήσαντα τοσοῦτον εἴας ἄνω τὸν χρόνον; σχεδὸν γὰρ ὅλον μοι τὸν ἄτρακτον ἐπέκλωσας. καίτοι πολλάκις ἐπειράθην τὸ νῆμα διακόψας ἐλθεῖν, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἄρρηκτον ἦν.
ΚΛΩΘΩ
Ἔφορόν σε καὶ ἰατρὸν εἶναι τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων ἀπελίμπανον. ἀλλὰ ἔμβαινε ἀγαθῇ τύχῃ.
ΚΥΝΙΣΚΟΣ
Μὰ Δί᾽, ἢν μὴ πρότερόν γε τουτονὶ τὸν δεδεμένον ἐμβιβασώμεθα· δέδια γὰρ μή σε παραπείσῃ δεόμενος.


ΚΛΩΘΩ
[5] Κι εμείς, Χάροντα, ήδη κατηγορούσαμε τον Ερμή για αμέλεια.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Γιατί λοιπόν χρονοτριβούμε κι άλλο, σαν να μη μας φτάνει η καθυστέρηση που είχαμε;
ΚΛΩΘΩ
Καλά λες· ας επιβιβαστούν. Εγώ θα πάρω στα χέρια μου το βιβλίο, θα καθίσω κοντά στη σανιδόσκαλα και, όπως συνηθίζω, θα αναγνωρίζω καθέναν από αυτούς που επιβιβάζονται, ποιός είναι και από πού κατάγεται και με ποιόν τρόπο πέθανε. Εσύ να τους παραλαμβάνεις, να τους στριμώχνεις και να τους τακτοποιείς. Ερμή, εσύ βάλε μέσα πρώτα αυτά εδώ τα νεογέννητα· άλλωστε τί θα μπορούσαν να μου απαντήσουν;
ΕΡΜΗΣ
Νά τοι, περαματάρη, τριακόσιοι είναι αυτοί σε αριθμό, μαζί με τα έκθετα.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Αλίμονο, τί πετυχημένο κυνήγι! Ήρθες φέρνοντάς μας νεκρούς αγουρίδες.
ΕΡΜΗΣ
Θέλεις, Κλωθώ, να επιβιβάσουμε μετά τους άκλαυτους;
ΚΛΩΘΩ
Εννοείς τούς γέροντες; Έτσι κάνε. Γιατί τάχα θα πρέπει να σκοτίζομαι εξετάζοντας τώρα υποθέσεις που συνέβηκαν πριν από τον Ευκλείδη; Εσείς που είστε πάνω από εξήντα, ελάτε τώρα. Τί συμβαίνει; Δεν με ακούνε, γιατί τα πολλά χρόνια τούς έχουνε βουλώσει τα αυτιά. Θα χρειαστεί μάλλον και αυτούς να τους φέρεις σηκωτούς, για να μπουν στο καράβι.
ΕΡΜΗΣ
Νά τοι κι αυτοί, τετρακόσιοι παρά δύο, όλοι τρυφεροί και ώριμοι και τρυγημένοι στην ώρα τους.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ναι, μά τον Δία, γιατί όλοι είναι ήδη σταφιδιασμένοι.
ΚΛΩΘΩ
[6] Μετά απ᾽ αυτούς, Ερμή, επιβίβασε τους τραυματισμένους. Και πρώτα πρώτα πέστε μου με ποιόν τρόπο πεθάνατε και ήρθατε εδώ. Ή καλύτερα εγώ η ίδια να σας εξετάσω με βάση τα γραμμένα. Έπρεπε χθες στη Μηδία να σκοτωθούν πολεμώντας ογδόντα τέσσερις, και μαζί μ᾽ αυτούς ο γιος του Οξυάρτη, ο Γωβάρης.
ΕΡΜΗΣ
Είναι παρόντες.
ΚΛΩΘΩ
Από έρωτα σφάχτηκαν και αυτοκτόνησαν επτά, και ο φιλόσοφος Θεαγένης για την εταίρα από τα Μέγαρα.
ΕΡΜΗΣ
Νά τοι, εδώ δίπλα.
ΚΛΩΘΩ
Και πού είναι αυτοί που αλληλοσκοτώθηκαν μεταξύ τους διεκδικώντας τη βασιλεία;
ΕΡΜΗΣ
Στέκονται εδώ.
ΚΛΩΘΩ
Κι αυτός που δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του και τον εραστή της;
ΕΡΜΗΣ
Νά τοι, εδώ κοντά σου.
ΚΛΩΘΩ
Επιβίβασε τώρα αυτούς που εκτελέστηκαν με δικαστικές αποφάσεις, εννοώ αυτούς που τους κάρφωσαν σε ξύλα και αυτούς που τους διαπέρασαν με αιχμηρούς πασσάλους. Κι εκείνοι οι δεκαέξι που τους σκότωσαν ληστές πού είναι, Ερμή;
ΕΡΜΗΣ
Είναι παρόντες αυτοί οι τραυματισμένοι, τους βλέπεις. Θέλεις να επιβιβάσω μαζί και τις γυναίκες;
ΚΛΩΘΩ
Βεβαίως, και όσους πνίγηκαν σε ναυάγια· άλλωστε έχουν πεθάνει μαζί και με τον ίδιο τρόπο. Κι όσους πέθαναν από πυρετό, κι αυτούς μαζί, και τον γιατρό τον Αγαθοκλή μαζί τους. [7] Και πού είναι ο φιλόσοφος Κυνίσκος, που ήταν να πεθάνει επειδή έφαγε το δείπνο της Εκάτης και τα αυγά από τις προσφορές των καθαρμών και επιπλέον μια ωμή σουπιά;
ΚΥΝΙΣΚΟΣ
Στέκομαι δίπλα σου εδώ και ώρα, αξιότιμη Κλωθώ. Τί κακό έκανα, και με άφησες τόσο πολύ χρόνο στον επάνω κόσμο; Έκλωσες για μένα σχεδόν ολόκληρο το αδράχτι. Παρόλο που προσπάθησα πολλές φορές να κόψω το νήμα και να έρθω, ωστόσο, κι εγώ δεν ξέρω πώς, δεν μπορούσε να κοπεί.
ΚΛΩΘΩ
Σε άφηνα πάνω, για να είσαι επιτηρητής και γιατρός των ανθρώπινων αμαρτημάτων. Μπες λοιπόν μέσα, και καλό κατευόδιο.
ΚΥΝΙΣΚΟΣ
Όχι, μά τον Δία, αν δεν επιβιβάσουμε πρωτύτερα αυτόν εδώ τον δεμένο, γιατί φοβάμαι μήπως σε πείσει ξεγελώντας σε με τα παρακάλια του.