Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (1014-1043)

ΧΟ. ὁ ξεῖνος, ὦναξ, χρηστός· αἱ δὲ συμφοραὶ
1015 αὐτοῦ πανώλεις, ἄξιαι δ᾽ ἀμυναθεῖν.
ΘΗ. ἅλις λόγων· ὡς οἱ μὲν ἐξειργασμένοι
σπεύδουσιν, ἡμεῖς δ᾽ οἱ παθόντες ἕσταμεν.
ΚΡ. τί δῆτ᾽ ἀμαυρῷ φωτὶ προστάσσεις ποεῖν;
ΘΗ. ὁδοῦ κατάρχειν τῆς ἐκεῖ, πομπὸν δ᾽ ἐμὲ
1020 χωρεῖν, ἵν᾽, εἰ μὲν ἐν τόποισι τοῖσδ᾽ ἔχεις
τὰς παῖδας ἡμῖν, αὐτὸς ἐκδείξῃς ἐμοί·
εἰ δ᾽ ἐγκρατεῖς φεύγουσιν, οὐδὲν δεῖ πονεῖν·
ἄλλοι γὰρ οἱ σπεύδοντες, οὓς οὐ μή ποτε
χώρας φυγόντες τῆσδ᾽ ἐπεύξωνται θεοῖς.
1025 ἀλλ᾽ ἐξυφηγοῦ· γνῶθι δ᾽ ὡς ἔχων ἔχῃ
καί σ᾽ εἷλε θηρῶνθ᾽ ἡ τύχη· τὰ γὰρ δόλῳ
τῷ μὴ δικαίῳ κτήματ᾽ οὐχὶ σῴζεται.
κοὐκ ἄλλον ἕξεις εἰς τόδ᾽· ὡς ἔξοιδά σε
οὐ ψιλὸν οὐδ᾽ ἄσκευον ἐς τοσήνδ᾽ ὕβριν
1030 ἥκοντα τόλμης τῆς παρεστώσης τανῦν,
ἀλλ᾽ ἔσθ᾽ ὅτῳ σὺ πιστὸς ὢν ἔδρας τάδε·
ἃ δεῖ μ᾽ ἀθρῆσαι, μηδὲ τήνδε τὴν πόλιν
ἑνὸς ποῆσαι φωτὸς ἀσθενεστέραν.
νοεῖς τι τούτων, ἢ μάτην τὰ νῦν τέ σοι
1035 δοκεῖ λελέχθαι χὤτε ταῦτ᾽ ἐμηχανῶ;
ΚΡ. οὐδὲν σὺ μεμπτόν, ἐνθάδ᾽ ὤν, ἐρεῖς ἐμοί·
οἴκοι δὲ χἠμεῖς εἰσόμεσθ᾽ ἃ χρὴ ποεῖν.
ΘΗ. χωρῶν ἀπείλει νῦν· σὺ δ᾽ ἡμίν, Οἰδίπους,
ἕκηλος αὐτοῦ μίμνε, πιστωθεὶς ὅτι,
1040 ἢν μὴ θάνω ᾽γὼ πρόσθεν, οὐχὶ παύσομαι
πρὶν ἄν σε τῶν σῶν κύριον στήσω τέκνων.
ΟΙ. ὄναιο, Θησεῦ, τοῦ τε γενναίου χάριν
καὶ τῆς πρὸς ἡμᾶς ἐνδίκου προμηθίας.

ΧΟ. Καλός ο ξένος, βασιλιά, οι συμφορές όμως
1015τον ρήμαξαν, γι᾽ αυτό του αξίζει συμπαράσταση.
ΘΗ. Φτάνουν τα λόγια πια. Αυτοί που κάναν το κακό
σπεύδουν να φύγουν, κι εμείς καθόμαστε.
ΚΡ. Και τί προστάζεις ένας άνθρωπος αδύναμος να κάνει;
ΘΗ. Τον δρόμο πάρε τον σωστό, κι ακολουθώ εγώ,
1020θέλω τον τόπο να μου δείξεις μόνος σου, όπου φαντάζομαι
κρατείς τις κόρες. Αν όμως πήραν οι φρουροί τους δρόμο,
εσύ δεν έχεις τίποτε να κάνεις, άλλοι στο μεταξύ τρέχουν
ξωπίσω τους, και δεν υπάρχει ελπίδα να γλιτώσουν,
να ευχαριστήσουν τους θεούς που ξέφυγαν από τη χώρα αυτή.
1025Εμπρός, λοιπόν, οδήγησέ με. Κι έχε τον νου σου·
πρώτα κρατούσες, τώρα κρατιέσαι, η τύχη από θηρευτή
σ᾽ έπιασε θήραμα.
Δεν σώζεται ποτέ ό,τι απόκτησε ο άδικος με δόλο,
κι εσύ δεν πρόκειται σε τούτο να ᾽χεις άλλον βοηθό.
Το ξέρω κι είμαι βέβαιος, γυμνός δεν έφτασες μήτε απαράσκευος
1030ανέβηκες σ᾽ αυτήν την αλαζονική σου τόλμη που δείχνεις τώρα,
κάποιον θα εμπιστεύτηκες κι έκανες ό,τι κάνεις.
Πρέπει λοιπόν κι εγώ να ᾽χω τα μάτια μου ανοιχτά,
να μην αφήσω πόλη ολόκληρη ν᾽ αποδειχτεί κατώτερη
από έναν μόνον άντρα.
Πιάνεις το νόημα; Μήπως τα λόγια μου σου φαίνονται και τώρα
1035ανόητα, όπως και πριν, τότε που έστηνες τη μηχανή σου;
ΚΡ. Μ᾽ εσένα εδώ μπροστά, δεν έχω τίποτε στα λόγια σου να ψέξω·
όταν όμως κι εμείς βρεθούμε στην πατρίδα,
τότε θα ξέρουμε το τί μας πρέπει.
ΘΗ. Προχώρα τώρα, μαζί κι οι απειλές σου. Αλλά κι εσύ
ήρεμος μείνε εδώ, Οιδίποδα,
έχε μου εμπιστοσύνη· εκτός κι αν με προλάβει
1040ο θάνατος· αλλιώς δεν πρόκειται να σταματήσω,
προτού σε καταστήσω κύριο πάλι των δυο σου κοριτσιών.
ΟΙ. Κάθε καλό, Θησέα. Σου πρέπει ευγνωμοσύνη,
γιατί μας χάρισες τη γενναιοφροσύνη σου, κι ακόμη
δίκαιη τη φροντίδα σου.


ΧΟΡ. Αθώος ο ξένος, βασιλιά· φριχτές
οι συφορές του και βοήθεια αξίζουν.
ΘΗΣ. Τα λόγια φτάνουν, γιατί δρόμο παίρνουν
οι άρπαγες, ενώ εμείς οι αδικημένοι
στεκόμαστε. ΚΡΕ. Και τί λοιπόν προστάζεις
άνθρωπος αχαμνός εγώ να κάμω;
ΘΗΣ. Να μπεις στο δρόμο κατά κει, και μένα
καταπόδι σου να ᾽ρχομαι, που αν έχεις
1020τις κόρες μας σ᾽ αυτούς τους τόπους κάπου,
μόνος σου να μας δείξεις πού· κι αν πάλι
τις πήρανε και φύγανε, δεν είναι ανάγκη
να λάβομε τον κόπο, γιατί τρέχουν
άλλοι γι᾽ αυτούς, που δεν υπάρχει φόβος
να ευχαριστήσουν τους θεούς ποτέ των,
πως γλίτωσαν γεροί απ᾽ αυτή τη χώρα.
Εμπρός λοιπόν, οδήγα με και νιώσε
πως πιάστηκες ενώ έπιανες· κι η Τύχη
σε τύλιξε στα ίδια σου δίχτυα εσένα.
Γιατί τ᾽ αποχτημένα με το δόλο
κι άδικο τρόπο για πολύ δε μένουν·
κι ούτε να ελπίζεις κανενός βοήθεια,
γιατί βέβαια, το ξέρω, πως μονάχος
κι ανέτοιμος ποτέ δε θα ᾽φτανες
1030σε τέτοια αποκοτιά, μ᾽ αυτή την τόλμη
που εδώ μας δείχνεις· μα τα θάρρητά σου
για να κάμεις ό,τι έκαμες, θενά ᾽χεις
βέβαια σε κάποιον, και γι᾽ αυτό είναι ανάγκη
να ᾽χω το νου, μηδέ την πόλη αφήσω
να νικηθεί από ένα μόνον άντρα.
Νιώθεις τί σου είπα, ή και τα λόγια αυτά μου
στ᾽ αψήφιστα τα παίρνεις, καθώς κι όταν
σχεδίαζες τα κατορθώματά σου;
ΚΡΕ. Απ᾽ εδώ που είσαι, λέγε ό,τι σ᾽ αρέσει
και δε θ᾽ αποκριθώ· μ᾽ από τη Θήβα
και μεις, τί έχει να κάμομε θα δούμε.
ΘΗΣ. Φοβέριζε, μα βάδιζε· συ, Οιδίπου,
μένε ήσυχος εδώ και βεβαιώσου
1040πως, εκτός αν πεθάνω, δε θα πάψω
πρι στα χέρια σου βάλω τα παιδιά σου.
ΟΙΔ. Να ᾽χεις κάθε καλό, Θησέα, για την τόση
τη γενναιοφροσύνη σου, που πήρες
απάνω σου τα δίκια μου και μένα.


ΧΟΡ. Καλός ο ξένος, βασιλιά, κι οι συφορές του είναι
ολέθριες, γι᾽ αυτό βοηθός να του φανείς τ᾽ αξίζουν.
ΘΗΣ. Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες
φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ᾽ αργοί εδώ πέρα.
ΚΡΕ. Σαν τί προστάζεις σ᾽ άνθρωπο αδύνατο να κάνει;
ΘΗΣ. Τράβα μπροστά· κι έρχουμ᾽ εγώ κατόπι να μου δείξεις
1020μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχεις.
Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη
να κοπιάζεις, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε,
και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν
από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι,
ενώ κρατάς, και σ᾽ έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει·
γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν·
μα μήτε θα ᾽χεις βοηθόν άλλο για να σ᾽ τα σώσει·
γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου,
μήτε κι απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση
1030αυθάδεια, όσ᾽ είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα,
μόν᾽ έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα.
Αυτά κι εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει
και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω
τη χώρα τούτη. Απ᾽ όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι
ή μη θαρρείς πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα,
καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη;
ΚΡΕ. Αφού είσ᾽ εδώ, για όσα θα πεις δε σε κατηγοράω·
μα στην πατρίδα μας κι εμείς θα μάθουμε τί πρέπει
να κάνουμε. ΘΗΣ. Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας.
Κι εσύ να μένεις ήσυχος, Οιδίποδ᾽, αυτού χάμω
1040και να ᾽σαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα,
δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου.
ΟΙΔ. Γιατ᾽ είσαι μεγαλόκαρδος και για όση προστασία
δίκια μάς δίνεις πάντοτε να ᾽χεις καλό, Θησέα.