Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (631-667)

ΘΗ. τίς δῆτ᾽ ἂν ἀνδρὸς εὐμένειαν ἐκβάλοι
τοιοῦδ᾽; ὅτῳ πρῶτον μὲν ἡ δορύξενος
κοινὴ παρ᾽ ἡμῖν αἰέν ἐστιν ἑστία,
ἔπειτα δ᾽ ἱκέτης δαιμόνων ἀφιγμένος
635 γῇ τῇδε κἀμοὶ δασμὸν οὐ σμικρὸν τίνει.
ἁγὼ σεβισθεὶς οὔποτ᾽ ἐκβαλῶ χάριν
τὴν τοῦδε, χώρᾳ δ᾽ ἔμπολιν κατοικιῶ.
εἰ δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἡδὺ τῷ ξένῳ μίμνειν, σέ νιν
τάξω φυλάσσειν, εἴτ᾽ ἐμοῦ στείχειν μέτα.
640 τὸ δ᾽ ἡδὺ τούτων, Οἰδίπου, δίδωμί σοι
κρίναντι χρῆσθαι· τῇδε γὰρ ξυνοίσομαι.
ΟΙ. ὦ Ζεῦ, διδοίης τοῖσι τοιούτοισιν εὖ.
ΘΗ. τί δῆτα χρῄζεις; ἦ δόμους στείχειν ἐμούς;
ΟΙ. εἴ μοι θέμις γ᾽ ἦν, ἀλλ᾽ ὁ χῶρός ἐσθ᾽ ὅδε …
645 ΘΗ. ἐν ᾧ τί πράξεις; οὐ γὰρ ἀντιστήσομαι.
ΟΙ. ἐν ᾧ κρατήσω τῶν ἔμ᾽ ἐκβεβληκότων.
ΘΗ. μέγ᾽ ἂν λέγοις δώρημα τῆς ξυνουσίας.
ΟΙ. εἰ σοί γ᾽ ἅπερ φῂς ἐμμενεῖ τελοῦντί μοι.
ΘΗ. θάρσει τὸ τοῦδέ γ᾽ ἀνδρός· οὔ σε μὴ προδῶ.
650 ΟΙ. οὔτοι σ᾽ ὑφ᾽ ὅρκου γ᾽ ὡς κακὸν πιστώσομαι.
ΘΗ. οὔκουν πέρα γ᾽ ἂν οὐδὲν ἢ λόγῳ φέροις.
ΟΙ. πῶς οὖν ποιήσεις; ΘΗ. τοῦ μάλιστ᾽ ὄκνος σ᾽ ἔχει;
ΟΙ. ἥξουσιν ἄνδρες … ΘΗ. ἀλλὰ τοῖσδ᾽ ἔσται μέλον.
ΟΙ. ὅρα με λείπων … ΘΗ. μὴ δίδασχ᾽ ἃ χρή με δρᾶν.
655 ΟΙ. ὀκνοῦντ᾽ ἀνάγκη … ΘΗ. τοὐμὸν οὐκ ὀκνεῖ κέαρ.
ΟΙ. οὐκ οἶσθ᾽ ἀπειλὰς … ΘΗ. οἶδ᾽ ἐγώ σε μή τινα
ἐνθένδ᾽ ἀπάξοντ᾽ ἄνδρα πρὸς βίαν ἐμοῦ.
πολλαὶ δ᾽ ἀπειλαὶ πολλὰ δὴ μάτην ἔπη
θυμῷ κατηπείλησαν· ἀλλ᾽ ὁ νοῦς ὅταν
660 αὑτοῦ γένηται, φροῦδα τἀπειλήματα.
κείνοις δ᾽ ἴσως κεἰ δείν᾽ ἐπερρώσθη λέγειν
τῆς σῆς ἀγωγῆς, οἶδ᾽ ἐγώ, φανήσεται
μακρὸν τὸ δεῦρο πέλαγος οὐδὲ πλώσιμον.
θαρσεῖν μὲν οὖν ἔγωγε κἄνευ τῆς ἐμῆς
665 γνώμης ἐπαινῶ, Φοῖβος εἰ προύπεμψέ σε·
ὅμως δὲ κἀμοῦ μὴ παρόντος οἶδ᾽ ὅτι
τοὐμὸν φυλάξει σ᾽ ὄνομα μὴ πάσχειν κακῶς.

ΘΗ. Λοιπόν ποιός έχει το δικαίωμα τέτοιου ανθρώπου
να απορρίψει την ευμένεια; Που πρώτα,
εστία φιλόξενη μοιράζεται μαζί μας·
μετά, έφτασε εδώ ικέτης των θεών, πληρώνοντας
635στη χώρα και σ᾽ εμένα φόρο διόλου ασήμαντο.
Γι᾽ αυτό, δείχνοντας σεβασμό κι εγώ, δεν θ᾽ απορρίψω
τη χάρη που προσφέρει· αλλά τον δέχομαι στη χώρα
και συμπολίτη θα τον κάνω.
Αν μάλιστα στον ξένο αρέσει εδώ να μείνει, εσένα ορίζω
φύλακα και προστάτη του, εκτός κι αν προτιμά
640να ᾽ρθει μαζί μου. Σ᾽ εσένα αφήνω, Οιδίποδα,
ό,τι σου πάει καλύτερα, να το σκεφτείς και να διαλέξεις —
θα συμφωνήσω εγώ με τη δική σου απόφαση.
ΟΙ. Δία, να δίνεις όλα τα καλά σε τέτοιους φίλους.
ΘΗ. Λοιπόν, τί προτιμάς; Θα ᾽ρθεις μαζί μου στο παλάτι;
ΟΙ. Ίσως, αν είχα το δικαίωμα· αλλά αυτός εδώ ο τόπος —
ΘΗ. όπου τί πρόκειται να πράξεις; δεν θα σταθώ
645εμπόδιό σου εγώ.
ΟΙ. Θα εκδικηθώ εδώ αυτούς που μ᾽ έχουν εξορίσει.
ΘΗ. Μπορείς λοιπόν να λογαριάζεις την παρουσία σου για μας
μεγάλο δώρο.
ΟΙ. Αν από μέρους σου κι εσύ κρατήσεις την υπόσχεσή σου.
ΘΗ. Για μένα μην ανησυχείς· δεν πρόκειται να σε προδώσω.
ΟΙ. Γι᾽ αυτό κι εγώ μ᾽ όρκο δεν θα σε δέσω, αφού δεν είσαι
650αναξιόπιστος.
ΘΗ. Άλλο δεν έχεις να πάρεις από μένα πέρα
απ᾽ τον λόγο της τιμής μου.
ΟΙ. Τί σκέφτεσαι λοιπόν να πράξεις;
ΘΗ. Τί σε φοβίζει πιο πολύ;
ΟΙ. Θα φτάσουν κάποιοι.
ΘΗ. Αυτοί εδώ θα χειριστούν το θέμα.
ΟΙ. Κοίτα κι εσύ να μη μ᾽ αφήσεις μόνο.
ΘΗ. Μη θέλεις να μου μάθεις το καθήκον μου.
ΟΙ. Όποιος φοβάται, το ᾽χει ανάγκη αυτό.
655ΘΗ. Μα η δική μου η καρδιά δεν ξέρει από φόβο.
ΟΙ. Δεν ξέρεις όμως και τις απειλές.
ΘΗ. Τις ξέρω και πολύ καλά, δεν πρόκειται κανείς
να σ᾽ αποσπάσει αποδώ δίχως τη θέλησή μου, με τη βία.
Πέφτουν πολλές οι απειλές, όταν φουντώνει ο θυμός,
και τότε ακούγονται πολλά, μάταια λόγια κι απερίσκεπτα.
Όταν ωστόσο ο θυμωμένος ξαναβρεί τα λογικά του,
660πάνε περίπατο οι φοβέρες. Κι αν τώρα αποτόλμησαν
να πούνε εκείνοι λόγια φοβερά για τη δική σου απαγωγή,
καλά το ξέρω, κι η πράξη θα το δείξει,
ότι τους περιμένει εδώ μεγάλο πέλαγος κι ατάξιδο.
Γι᾽ αυτό λοιπόν σε συμβουλεύω, κράτα το θάρρος σου,
665έστω κι αν λείψει η δική μου υπόσχεση, αφού ο Φοίβος
σ᾽ έφερε στα μέρη μας.
Εξάλλου, ακόμη κι αν δεν είμαι εγώ εδώ,
βέβαιο είναι πως φτάνει τ᾽ όνομά μου
να σε προφυλάξει, για να μην πάθεις τίποτε άσχημο.


ΘΗΣ. Ποιός λοιπόν τέτοιου ανθρώπου τη φιλία
θ᾽ αψηφούσε, που πρώτο μεν και πάντα
είχε με μας κοινή ξενίας εστία
κι έπειτα που ήρθε ικέτης των θεών μας
και πλερώνει της χώρας μου και μένα
όχι ασήμαντο φόρο; Ώστε τιμώντας
εγώ όλ᾽ αυτά, ποτέ δε θ᾽ απορρίψω
τη χάρη που ζητά, μ᾽ απεναντίας
θα τον κρατήσω κάτοικο για πάντα
στη χώρα· κι αν του αρέσει εδώ να μείνει
θα ορίσω εσένα να ᾽σαι ο φύλακάς του·
κι αν πάλι, Οιδίπου, προτιμάς μαζί μου
640να ᾽ρθεις, σ᾽ αφήνω ελεύτερο να εκλέξεις
ό,τι εγκρίνεις κι εγώ σύμφωνος θα ᾽μαι.
ΟΙΔ. Ω Δία, είθε στους τέτοιους τους άντρες
ό,τι καλό να δίνεις. ΘΗΣ. Λοιπόν λέγε
τί προτιμάς; να ᾽ρθεις στ᾽ ανάχτορά μας;
ΟΙΔ. Αν μου ήτανε συχωρεμένο· μα όμως
ο τόπος είν᾽ εδώ— ΘΗΣ. Που τί θα κάμεις;
πες και δε θα ᾽χω αντίρρηση. ΟΙΔ. Εδώ θα ᾽ναι
που θα νικήσω αυτούς που μ᾽ εξορίσαν.
ΘΗΣ. Μεγάλο ευτύχημα λοιπόν θενά ᾽ταν
η παρουσία σου εδώ. ΟΙΔ. Ναι· αν θα κρατήσεις
το λόγο σου κι ό,τι έταξες μου κάμεις.
ΘΗΣ. Μην έχεις φόβο όσο από με και δε θα
σε προδώσω. ΟΙΔ. Και γω δε θα θελήσω
650σαν άνθρωπο κακό με όρκους να δέσω.
ΘΗΣ. Πιότερο από το λόγο μου δε θα ᾽χες
τίποτε να κερδίσεις. ΟΙΔ. Πώς λοιπόν
θα κάμεις; ΘΗΣ. Τί ᾽ναι αυτό που πιότερο
σ᾽ ανησυχεί; ΟΙΔ. Θενά ᾽ρθουν από κείνους—
ΘΗΣ. Δουλειά δική των θα ᾽ναι αυτών. ΟΙΔ. Μ᾽ αν φύγεις—
ΘΗΣ. Μη θες να με διδάσκεις τί θα κάμω.
ΟΙΔ. Μα ο φόβος ξέρεις— ΘΗΣ. Η καρδιά μου εμένα
φόβο δεν ξέρει. ΟΙΔ. Ναι, μα δε γνωρίζεις
τί φοβερίζουν. ΘΗΣ. Ένα εγώ γνωρίζω:
πως κανείς απ᾽ εδώ δε θα σε πάρει
στανικώς μου· πολλές φοβέρες κάνει
στο θυμό του κανείς και πολλά ρίχτει
μπόσικα λόγια, μα όταν στον εαυτό του
660ξανάρθει ο νους, όλα του ανέμου πάνε.
Και κείνοι, αν ίσως τόλμησαν επάνω
στη βράση τους δεινές να πουν φοβέρες
για την απαγωγή σου, μα, πιστεύω,
πως μακρινό θα βρουν ως εδώ πέρα
το πέλαγος και ευκολοπέραστ᾽ όχι.
Λοιπόν εγώ, να ᾽χεις τα θάρρη σου όλα,
και δίχως την απόφασή μου εμένα,
σε συμβουλεύω, αφού σ᾽ έστειλε ο Φοίβος·
όμως, κι εγώ αν δεν είμαι εδώ, είμαι βέβαιος
πως φτάνει και μονάχα τ᾽ όνομά μου
από κάθε κακό να σε φυλάξει.


ΘΗΣ. Ποιός θα μπορέσει το λοιπόν την καλογνωμοσύνη
να μη δεχτεί τέτοιου άνθρωπου; Που πρώτα η φιλοξένια
κοινή γι᾽ αυτόν κι αιώνια στη χώρα μας υπάρχει,
κι έπειτα, παρακαλεστής αν κι ήλθε των θεώνε,
πληρώνει φόρο όχι μικρό σ᾽ εμένα και στη χώρα.
Κι εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ᾽ αρνηθώ ποτέ μου
το δώρο του παρά κι εδώ θα τον δεχτώ να κάτσει.
Κι αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένει θα διορίσω
εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου
640να ᾽ρχεσαι, Οιδίποδα, απ᾽ αυτά σ᾽ αφήνω να διαλέξεις,
αφού σκεφτείς· γιατί κι εγώ μ᾽ εσέ θα συμφωνήσω.
ΟΙΔ. Σ᾽ ανθρώπους τέτοιους άμποτε Δία, καλό να δίνεις.
ΘΗΣ. Λοιπόν τί θέλεις; να ᾽ρχεσαι στ᾽ αρχοντικό μου αλήθεια;
ΟΙΔ. Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι…
ΘΗΣ. όπου θα κάμεις τί; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι.
ΟΙΔ. Όπου θενα νικήσω αυτούς, που μ᾽ έχουν αποδιώξει.
ΘΗΣ. Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου.
ΟΙΔ. Ανίσως βέβαια κι εσύ το λόγο σου κρατήσεις.
ΘΗΣ. Μην έχεις φόβο όσο για εμέ· δε θενα σε προδώσω.
650ΟΙΔ. Κι εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ᾽ όρκο.
ΘΗΣ. Μα κι έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ᾽ από τώρα.
ΟΙΔ. Πώς θενα κάμεις το λοιπόν; ΘΗΣ. Τί πιο πολύ φοβάσαι;
ΟΙΔ. Θενά ᾽ρθουν άνθρωποι… ΘΗΣ. Γι᾽ αυτούς θα ᾽χουν την έννοια τούτοι.
ΟΙΔ. Κοίτα, μ᾽ αφήνεις… ΘΗΣ. Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει.
ΟΙΔ. Ανάγκη να φοβάμ᾽ εγώ. ΘΗΣ. Δε σκιάζεται η καρδιά μου.
ΟΙΔ. Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς… ΘΗΣ. Ξέρω, πως από δώθε,
χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρει.
Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν
με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους ερθεί στα συγκαλά του,
660πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ᾽ εκείνους,
κι αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου,
το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν᾽ από δω ως κει πέρα,
μεγάλο κι αταξίδευτο ίσως φανεί. Για τούτο,
και χώρια απ᾽ ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω
να μη φοβάσαι, αν σ᾽ έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα·
μα κι αν εγώ δεν είμ᾽ εδώ, ξέρω πως τ᾽ όνομά μου
μόνο θα σου ᾽ναι φύλακας κακό να μη παθαίνεις.