Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

Ἐπιστολὴ πρὸς Φίλιππον (2.9-2.13)


[2.9] Ὧν ἐνθυμούμενον χρὴ μὴ τιμᾶν τὴν ἀνδρείαν τὴν μετ᾽ ἀνοίας ἀλογίστου καὶ φιλοτιμίας ἀκαίρου γιγνομένην, μηδὲ πολλῶν κινδύνων ἰδίων ὑπαρχόντων ταῖς μοναρχίαις ἑτέρους ἀδόξους καὶ στρατιωτικοὺς αὑτῷ προσεξευρίσκειν, μηδ᾽ ἁμιλλᾶσθαι τοῖς ἢ βίου δυστυχοῦς ἀπαλλαγῆναι βουλομένοις ἢ μισθοφορᾶς ἕνεκα μείζονος εἰκῇ τοὺς κινδύνους προαιρουμένοις, [2.10] μηδ᾽ ἐπιθυμεῖν τοιαύτης δόξης, ἧς πολλοὶ καὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν βαρβάρων τυγχάνουσιν, ἀλλὰ τῆς τηλικαύτης τὸ μέγεθος, ἣν μόνος ἂν τῶν νῦν ὄντων κτήσασθαι δυνηθείης· μηδ᾽ ἀγαπᾶν λίαν τὰς τοιαύτας ἀρετὰς ὧν καὶ τοῖς φαύλοις μέτεστιν, ἀλλ᾽ ἐκείνας ὧν οὐδεὶς ἂν πονηρὸς κοινωνήσειεν· [2.11] μηδὲ ποιεῖσθαι πολέμους ἀδόξους καὶ χαλεποὺς, ἐξὸν ἐντίμους καὶ ῥᾳδίους, μηδ᾽ ἐξ ὧν τοὺς μὲν οἰκειοτάτους εἰς λύπας καὶ φροντίδας καταστήσεις, τοὺς δ᾽ ἐχθροὺς ἐν ἐλπίσιν μεγάλαις ποιήσεις, οἵας καὶ νῦν αὐτοῖς παρέσχες ἀλλὰ τῶν μὲν βαρβάρων, πρὸς οὓς νῦν πολεμεῖς, ἐπὶ τοσοῦτον ἐξαρκέσει σοι κρατεῖν, ὅσον ἐν ἀσφαλείᾳ καταστῆσαι τὴν σαυτοῦ χώραν, τὸν δὲ ‹βασιλέα τὸν› νῦν μέγαν προσαγορευόμενον καταλύειν ἐπιχειρήσεις, ἵνα τήν τε σαυτοῦ δόξαν μείζω ποιήσῃς καὶ τοῖς Ἕλλησιν ὑποδείξῃς πρὸς ὃν χρὴ πολεμεῖν.
[2.12] Πρὸ πολλοῦ δ᾽ ἂν ἐποιησάμην ἐπιστεῖλαί σοι ταῦτα πρὸ τῆς στρατείας, ἵν᾽ εἰ μὲν ἐπείσθης, μὴ τηλικούτῳ κινδύνῳ περιέπεσες, εἰ δ᾽ ἠπίστησας, μὴ συμβουλεύειν ἐδόκουν ταὐτὰ τοῖς ἤδη διὰ τὸ πάθος ὑπὸ πάντων ἐγνωσμένοις, ἀλλὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐμαρτύρει τοὺς λόγους ὀρθῶς ἔχειν τοὺς ὑπ᾽ ἐμοῦ περὶ αὐτῶν εἰρημένους.
[2.13] Πολλὰ δ᾽ ἔχων εἰπεῖν διὰ τὴν τοῦ πράγματος φύσιν παύσομαι λέγων· οἶμαι γὰρ καὶ σὲ καὶ τῶν ἑταίρων τοὺς σπουδαιοτάτους ῥᾳδίως ὁπόσ᾽ ἂν βούλησθε προσθήσειν τοῖς εἰρημένοις. Πρὸς δὲ τούτοις φοβοῦμαι τὴν ἀκαιρίαν· καὶ γὰρ νῦν κατὰ μικρὸν προϊὼν ἔλαθον ἐμαυτὸν οὐκ εἰς ἐπιστολῆς συμμετρίαν, ἀλλ᾽ εἰς λόγου μῆκος ἐξοκείλας.


[2.9] Έχοντας στο νου σου αυτά, δεν πρέπει να εκτιμάς την ανδρεία που συνοδεύεται από παράλογη απερισκεψία και άκαιρη φιλοδοξία, ούτε τη στιγμή που η μοναρχία έχει πολλούς δικούς της κινδύνους να επινοείς για τον εαυτό σου και άλλους επιπλέον, που είναι άδοξοι και ταιριάζουν σε στρατιώτες· ούτε να συναγωνίζεσαι με εκείνους που θέλουν να απαλλαγούν από μια δυστυχισμένη ζωή ή με εκείνους που εύκολα ρίχνονται στον κίνδυνο για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα. [2.10] Ούτε ακόμη να επιθυμείς δόξαν σαν κι αυτήν που πολλοί Έλληνες και βάρβαροι έχουν, αλλά εκείνη που είναι τόσο μεγάλη, ώστε από τους σημερινούς ανθρώπους μόνο εσύ θα μπορούσες να αποκτήσεις. Ούτε να αγαπάς πολύ τέτοιες αρετές που και οι ταπεινοί άνθρωποι τις έχουν, [2.11] αλλά εκείνες με τις οποίες κανείς κακός δε θα μπορούσε να έχει σχέση. Ούτε να κάνεις πολέμους άδοξους και δύσκολους, ενώ μπορείς να κάνεις τιμημένους και εύκολους, ούτε πολέμους που θα προξενήσουν στους πιο στενούς σου φίλους λύπες και ανησυχίες και στους εχθρούς σου μεγάλες ελπίδες, όπως έκαμες και τώρα. Για τους βαρβάρους πάλι, που τώρα πολεμάς, αρκετό σου είναι να επιβάλεις την κυριαρχία σου τόσο, όσο χρειάζεται για να έχεις σε ασφάλεια τη δική σου χώρα. Και τον βασιλέα εξάλλου, που τώρα αποκαλείται μέγας, να επιχειρήσεις να τον υποτάξεις, ώστε και τη δική σου δόξα να κάμεις μεγαλύτερη και στους Έλληνες να δείξεις ποιόν πρέπει να πολεμούν.
[2.12] Θα ήταν πολύ προτιμότερο να σου τα είχα γράψει αυτά πριν από την εκστρατεία σου, ώστε, αν σε έπειθα, να μην είχες διατρέξει τέτοιο κίνδυνο· αν πάλι έδειχνες δυσπιστία, να μη φαινόμουν ότι σε συμβουλεύω τα ίδια που όλοι έχουν σκεφτεί ύστερα από το πάθημά σου. Το γεγονός θα μαρτυρούσε ότι όσα σου είχα πει γι’ αυτά ήταν σωστά.
[2.13] Θα μπορούσα και άλλα να σου πω, αλλά θα σταματήσω, εφόσον το πράγμα έχει έτσι· γιατί πιστεύω ότι και εσύ και οι κυριότεροι από τους εταίρους σου, εύκολα θα προσθέσετε όσα θα θέλατε σ’ αυτά που είπα. Επιπλέον φοβάμαι μήπως και η περίσταση είναι ακατάλληλη. Γιατί τώρα προχωρώντας λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξέφυγα από το μέτρο που ταιριάζει σε μία επιστολή στο μήκος ενός ρητορικού λόγου.