Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΩΠΟΣ

Μῦθοι (121.1-125.1)


121. ΚΗΠΩΡΟΣ
[121.1] κηπωρῷ τις ἐπιστὰς ἀρδεύοντι τὰ λάχανα ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τὴν αἰτίαν, δι᾽ ἣν τὰ μὲν ἄγρια τῶν λαχάνων εὐθαλῆ τέ ἐστι καὶ στερεά, τὰ δὲ ἥμερα λεπτὰ καὶ μεμαρασμένα. ὁ δὲ ἔφη· «ἡ γῆ τῶν μὲν μήτηρ, τῶν δὲ μητρυιά ἐστι».
οὕτω καὶ τῶν παίδων οὐχ ὁμοίως τρέφονται· οἱ ὑπὸ μητρυιᾶς τρεφόμενοι τοῖς μητέρας ἔχουσιν.

122. ΚΗΠΩΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΩΝ
[122.1] κηπωροῦ κύων εἰς φρέαρ ἔπεσεν. ὁ δὲ ἀνιμήσασθαι αὐτὸν βουλόμενος ἐκεῖ κατέβη. ὁ δὲ κύων ἀπορησάμενος ὡς προσῆλθεν αὐτῷ, οἰόμενος ὑπ᾽ αὐτοῦ βαπτίζεσθαι, ἔδακεν αὐτόν. καὶ ὃς κακῶς διατεθεὶς ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε ἄξια πέπονθα. τί γὰρ σοῦ ἑαυτὸν κατακρημνίσαντος τοῦ κινδύνου σε ἀπαλλάξαι ἐπειρώμην;»
πρὸς ἄνδρα ἀχάριστον καὶ τοὺς εὐεργέτας ἀδικοῦντα.

123. ΚΙΘΑΡΩΙΔΟΣ
[123.1] κιθαρῳδὸς ἀφυὴς ἐν κεκονιαμένῳ οἴκῳ συνεχῶς ᾄδων ἀντηχούσης αὐτῷ τῆς φωνῆς ἐνόμισεν ἑαυτὸν εὔφωνον εἶναι σφόδρα. καὶ δὴ ἐπαρθεὶς ἐπὶ τούτῳ ἔγνω δεῖν θεάτρῳ ἑαυτὸν ἐπιδοῦναι. ἀφικόμενος δὲ πρὸς τὸ ἐπιδείξασθαι καὶ πάνυ κακῶς ᾄδων λίθοις αὐτὸν ἐξώσαντες ἀπήλασαν.
οὕτω καὶ τῶν ῥητόρων ἔνιοι ἐν σχολαῖς εἶναί τινες δοκοῦντες, ὅταν ἐπὶ τὰς πολιτείας ἀφίκωνται, οὐδενός εἰσιν ἄξιοι.

124. ΚΛΕΠΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ
[124.1] κλέπται εἴς τινα οἰκίαν εἰσελθόντες οὐδὲν ἄλλο εὗρον εἰ μὴ ἀλεκτρυόνα καὶ τοῦτον λαβόντες ἀπηλλάγησαν. ὁ δὲ μέλλων ὑπ᾽ αὐτῶν θύεσθαι ἐδέετο, ὅπως αὐτὸν ἀπολύσωσι λέγων χρήσιμον ἑαυτὸν τοῖς ἀνθρώποις εἶναι νύκτωρ αὐτοὺς ἐπὶ τὰ ἔργα ἐγείροντα. οἱ δὲ ἔφασαν· «ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτό σε μᾶλλον θύομεν· ἐκείνους γὰρ ἐγείρων ἡμᾶς οὐκ ἐᾷς κλέπτειν».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι μάλιστα τοῖς πονηροῖς ἠναντίωται, ἅτινα τῶν χρηστῶν ἐστιν εὐεργετήματα.

125. ΚΟΛΟΙΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΑΚΕΣ
[125.1] κολοιὸς τῷ μεγέθει τῶν ἄλλων διαφέρων ὑπερφρονήσας τοὺς ὁμοφύλους παρεγένετο πρὸς τοὺς κόρακας καὶ τούτοις ἠξίου συνδιαιτᾶσθαι. οἱ δὲ ἀμφιγνόντες αὐτοῦ τό τε εἶδος καὶ τὴν φωνὴν παίοντες αὐτὸν ἐξέβαλον. καὶ ὃς ἀπελαθεὶς ὑπ᾽ αὐτῶν ἧκε πάλιν εἰς τοὺς κολοιούς. οἱ δὲ ἀγανακτοῦντες ἐπὶ τῇ ὕβρει οὐ προσεδέξαντο αὐτόν. οὕτω τε συνέβη αὐτὸν τῆς ἐξ ἀμφοτέρων διαίτης στερηθῆναι.
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ τὰς πατρίδας ἀπολιμπάνοντες καὶ τὰς ἀλλοδαπὰς προκρίνοντες οὔτε ἐν ἐκείναις εὐδοκιμοῦσι καὶ ὑπὸ τῶν ἰδίων ἀποστρέφονται.


121. Ο περιβολάρης.
[121.1] Ήταν ένας περιβολάρης που πότιζε τα κηπευτικά του. Πάνω στην ώρα, που λέτε, τον πλησίασε κάποιος και τον ρώτησε για ποιόν λόγο τα άγρια λαχανικά είναι πάντα ακμαία και γερά, ενώ τα καλλιεργημένα είναι μαραμένα και ισχνά. Ο κηπουρός αποκρίθηκε: «Βλέπεις, τα άγρια έχουν τη γη για μάνα, ενώ τα ήμερα την έχουν μητριά».
Έτσι συμβαίνει και με τα παιδιά: Δεν ανατρέφονται με τον ίδιο τρόπο όσοι μεγαλώνουν κάτω από μητριές και όσοι έχουν δικές τους μανάδες.

122. Ο περιβολάρης και το σκυλί.
[122.1] Ήταν ένας περιβολάρης που το σκυλί του έπεσε μέσα στο πηγάδι. Ο άνθρωπος, που λέτε, είχε σκοπό να το ανασύρει από εκεί μέσα, γι᾽ αυτό κατέβηκε ο ίδιος κάτω. Το σκυλί όμως δεν κατάλαβε, καθώς τον είδε να πλησιάζει. Νόμιζε αντίθετα πως ο αφέντης του είχε πρόθεση να το πνίξει, οπότε του τράβηξε μια γερή δαγκωματιά. Ο ανθρωπάκος ένιωσε αφόρητο πόνο και ανέκραξε: «Μωρέ καλά να πάθω, μου αξίζει. Τί μου ήρθε και γύρεψα να σε γλιτώσω από τον κίνδυνο, όταν εσύ το ίδιο πήγες και γκρεμίστηκες από μόνο σου;».
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο αχάριστο που κάνει κακό στους ευεργέτες του.

123. Ο τραγουδιστής με την κιθάρα.
[123.1] Ήταν κάποιος που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε εντελώς φάλτσα. Ωστόσο, καθόταν και ξελαρυγγιαζόταν συνέχεια μέσα σε ένα κλειστό, σοβατισμένο δωμάτιο, και επειδή έκανε αντίλαλο εκεί μέσα η φωνή του, αυτός πίστευε πως ήταν καταπληκτικά μελωδική. Για αυτόν τον λόγο το πήρε πάνω του και αποφάσισε να πάει να εμφανιστεί σε ανοιχτό θέατρο, για να επιδειχθεί στο κοινό. Παρουσιάστηκε λοιπόν για να δώσει παράσταση· πλην όμως τραγουδούσε τόσο απαίσια, που οι ακροατές βάλθηκαν να του πετούν πέτρες, έως ότου τελικά τον έβγαλαν έξω και τον έδιωξαν.
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς ρήτορες: Μέσα στη σχολή νομίζουν πως είναι σπουδαίοι, όταν όμως εμφανιστούν να μιλήσουν δημόσια στον πολιτικό βίο, αποδεικνύεται πως δεν αξίζουν πεντάρα.

124. Οι κλέφτες και ο πετεινός.
[124.1] Ήταν κάτι κλέφτες που έκαναν διάρρηξη σε κάποιο σπίτι. Δεν βρήκαν όμως τίποτε άλλο εκεί μέσα εκτός από έναν πετεινό, οπότε τον άρπαξαν και πήραν δρόμο. Καθώς ετοιμάζονταν να τον σφάξουν, ο κόκορας άρχισε να τους ικετεύει να τον αφήσουν ελεύθερο, επειδή, όπως έλεγε, είναι ωφέλιμος για τους ανθρώπους: τους ξυπνάει, βλέπετε, μέσα στη νύχτα για να πάνε στις δουλειές τους. Οι λωποδύτες, όμως, είχαν άλλη γνώμη: «Είσαι με τα καλά σου, ρε; Για αυτόν ακριβώς τον λόγο θα σε σφάξουμε και με το δίκιο μας. Άμα ξυπνάς τους ανθρώπους, πώς θα μπορέσουμε να κλέψουμε εμείς;».
Το δίδαγμα του μύθου: Όσα πράγματα είναι ευεργετικά για τους σωστούς ανθρώπους, αυτά είναι κατεξοχήν που καταπολεμούν τους κακούργους.

125. Η καλιακούδα και τα κοράκια.
[125.1] Ήταν μια καλιακούδα που ξεπερνούσε όλες τις άλλες σε μέγεθος· γι᾽ αυτό πήραν τα μυαλά της αέρα και σνόμπαρε το είδος της. Μια και δυο, που λέτε, σηκώθηκε και πήγε να βρει τα κοράκια, λογαριάζοντας πως ήταν άξια να κατοικήσει μαζί τους. Οι κόρακες, ωστόσο, είχαν αμφιβολίες για τη μορφή και τη φωνή αυτού του πλάσματος· με τα πολλά, λοιπόν, της έδωσαν ένα γερό ξύλο και την έδιωξαν. Έτσι, αποδιωγμένη από τα κοράκια, η καλιακούδα δεν μπορούσε παρά να γυρίσει πάλι στη δική της φυλή. Οι άλλες καλιακούδες, όμως, που είχαν γίνει πυρ και μανία με την εξωφρενική συμπεριφορά της, δεν την δέχονταν πια ανάμεσά τους. Το αποτέλεσμα το μαντεύετε: η καλιακούδα μας στερήθηκε τη δυνατότητα να ζήσει και με τους μεν και με τις δε.
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όσοι εγκαταλείπουν την πατρίδα τους και προτιμούν ξένες χώρες, όχι μόνο δεν ευημερούν εκεί πέρα, αλλά αποξενώνονται κιόλας από τους δικούς τους.