Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.22.4-1.23.8)

[1.22.4] Τοῖς δὲ κατὰ τὸ Τρίπυλον ἐκδραμοῦσιν ἀπήντα Πτολεμαῖος ὁ σωματοφύλαξ ὁ βασιλικός, τήν τε Ἀδαίου καὶ Τιμάνδρου ἅμα οἷ τάξιν ἄγων καὶ ἔστιν οὓς τῶν ψιλῶν· καὶ οὗτοι οὐδὲ αὐτοὶ χαλεπῶς ἐτρέψαντο τοὺς ἐκ τῆς πόλεως. [1.22.5] ξυνέβη δὲ καὶ τούτοις ἐν τῇ ἀποχωρήσει κατὰ στενὴν γέφυραν τὴν ἐπὶ τῆς τάφρου πεποιημένην φεύγουσι τήν τε γέφυραν αὐτὴν ὑπὸ πλήθους ξυντρῖψαι καὶ πολλοὺς αὐτῶν ἐς τὴν τάφρον ἐμπεσόντας τοὺς μὲν ὑπὸ σφῶν καταπατηθέντας διαφθαρῆναι, τοὺς δὲ καὶ ἄνωθεν ὑπὸ τῶν Μακεδόνων βαλλομένους. [1.22.6] ὁ πλεῖστος δὲ φόνος περὶ ταῖς πύλαις αὐταῖς ξυνέβη, ὅτι ἡ ξύγκλεισις τῶν πυλῶν φοβερά τε καὶ πρὸ τοῦ καιροῦ γενομένη, δεισάντων μὴ συνεισπέσοιεν τοῖς φεύγουσιν ἐχόμενοι αὐτῶν οἱ Μακεδόνες, πολλοὺς καὶ τῶν φιλίων τῆς εἰσόδου ἀπέκλεισεν, οὓς πρὸς αὐτοῖς τοῖς τείχεσιν οἱ Μακεδόνες διέφθειραν. [1.22.7] καὶ παρ᾽ ὀλίγον ἧκεν ἁλῶναι ἡ πόλις, εἰ μὴ Ἀλέξανδρος ἀνεκαλέσατο τὸ στράτευμα, ἔτι διασῶσαι ἐθέλων τὴν Ἁλικαρνασσόν, εἴ τι φίλιον ἐνδοθείη ἐκ τῶν Ἁλικαρνασσέων. ἀπέθανον δὲ τῶν μὲν ἐκ τῆς πόλεως ἐς χιλίους, τῶν δὲ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ ἀμφὶ τοὺς τεσσαράκοντα, καὶ ἐν τούτοις Πτολεμαῖός τε ὁ σωματοφύλαξ καὶ Κλέαρχος ὁ τοξάρχης καὶ Ἀδαῖος ‹ὁ› χιλιάρχης, οὗτοι καὶ ἄλλοι τῶν οὐκ ἠμελημένων Μακεδόνων.
[1.23.1] Ἔνθα δὴ ξυνελθόντες οἱ ἡγεμόνες τῶν Περσῶν, Ὀροντοβάτης τε καὶ Μέμνων, καὶ ἐκ τῶν παρόντων γνόντες σφᾶς τε οὐ δυναμένους ἐπὶ πολὺ ἀντέχειν τῇ πολιορκίᾳ καὶ τοῦ τείχους τὸ μέν τι καταπεπτωκὸς ἤδη ὁρῶντες, τὸ δὲ καὶ κατασεσεισμένον, πολλοὺς δὲ τῶν στρατιωτῶν ἐν ταῖς ἐκδρομαῖς τοὺς μὲν διεφθαρμένους, τοὺς δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ τετρῶσθαι ἀπομάχους ὄντας, [1.23.2] ταῦτα ἐν νῷ λαβόντες ἀμφὶ δευτέραν φυλακὴν τῆς νυκτὸς τόν τε ξύλινον πύργον, ὃν αὐτοὶ ἀντῳκοδόμησαν ταῖς μηχαναῖς τῶν πολεμίων, ἐμπιπρᾶσι καὶ τὰς στοάς, ἐν αἷς τὰ βέλη αὐτοῖς ἀπέκειτο. ἐνέβαλον δὲ καὶ ταῖς οἰκίαις πῦρ ταῖς πλησίον τοῦ τείχους· [1.23.3] τῶν δὲ καὶ προσήψατο ἡ φλὸξ ἀπό τε τῶν στοῶν καὶ τοῦ πύργου πολλὴ ἀπενεχθεῖσα καί τι καὶ τοῦ ἀνέμου ταύτῃ ἐπιφέροντος· αὐτῶν δὲ οἱ μὲν ἐς τὴν ἄκραν τὴν ἐν τῇ νήσῳ ἀπεχώρησαν, οἱ δὲ ἐς τὴν Σαλμακίδα, ἄκραν οὕτω καλουμένην. [1.23.4] Ἀλεξάνδρῳ δὲ ὡς ἐξηγγέλθη ταῦτα πρός τινων αὐτομολησάντων ἐκ τοῦ ἔργου καὶ τὸ πῦρ πολὺ καθεώρα αὐτός, καίτοι ἀμφὶ μέσας που νύκτας ἦν τὸ γιγνόμενον, ὁ δὲ καὶ ὣς ἐξαγαγὼν τοὺς Μακεδόνας τοὺς μὲν ἔτι ἐμπιπράντας τὴν πόλιν ἔκτεινεν, ὅσοι δὲ ἐν ταῖς οἰκίαις καταλαμβάνοιντο τῶν Ἁλικαρνασσέων, τούτους δὲ σώζειν παρήγγειλεν.
[1.23.5] Ἤδη τε ἠὼς ὑπέφαινε καὶ κατιδὼν τὰς ἄκρας, ἃς οἵ τε Πέρσαι καὶ οἱ μισθοφόροι κατειλήφεσαν, ταύτας μὲν ἀπέγνω πολιορκεῖν, τριβήν τε ἐπινοῶν οὐκ ὀλίγην ἔσεσθαί οἱ ἀμφ᾽ αὐτὰς τῇ φύσει τῶν χωρίων καὶ οὐ παρὰ μέγα εἶναι ἐξελόντι οἱ τὴν πόλιν ἤδη πᾶσαν. [1.23.6] θάψας δὲ τοὺς ἀποθανόντας ἐν τῇ νυκτὶ τὰς μὲν μηχανὰς ἐς Τράλλεις ἀπαγαγεῖν ἐκέλευσε τοὺς ἐπ᾽ αὐταῖς τεταγμένους, αὐτὸς δὲ τὴν πόλιν ἐς ἔδαφος κατασκάψας αὐτῆς τε ταύτης καὶ τῆς ἄλλης Καρίας φυλακὴν ἐγκαταλιπὼν ξένους μὲν πεζοὺς τρισχιλίους, ἱππέας δὲ ἐς διακοσίους καὶ Πτολεμαῖον ἡγεμόνα αὐτῶν ἐπὶ Φρυγίας ἐστέλλετο. [1.23.7] τῆς δὲ Καρίας ξυμπάσης σατραπεύειν ἔταξεν Ἄδαν, θυγατέρα μὲν Ἑκατόμνω, γυναῖκα δὲ Ἱδριέως, ὃς καὶ ἀδελφὸς αὐτῇ ὢν κατὰ νόμον τῶν Καρῶν ξυνῴκει. καὶ ὁ μὲν Ἱδριεὺς τελευτῶν ταύτῃ ἐπέτρεψε τὰ πράγματα, νενομισμένον ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἔτι ἀπὸ Σεμιράμεως καὶ γυναῖκας ἄρχειν ἀνδρῶν. Πιξώδαρος δὲ τὴν μὲν ἐκβάλλει τῆς ἀρχῆς, αὐτὸς δὲ κατεῖχε τὰ πράγματα. [1.23.8] τελευτήσαντος δὲ Πιξωδάρου Ὀροντοβάτης τὴν Καρῶν ἀρχὴν ἐκ βασιλέως πεμφθεὶς εἶχε, γαμβρὸς ὢν Πιξωδάρου. Ἄδα δὲ Ἄλινδα μόνον κατεῖχε, χωρίον τῆς Καρίας ἐν τοῖς ὀχυρώτατον, καὶ ἐσβαλόντι Ἀλεξάνδρῳ ἐς Καρίαν ἀπήντα, τά τε Ἄλινδα ἐνδιδοῦσα καὶ παῖδά οἱ τιθεμένη Ἀλέξανδρον. καὶ Ἀλέξανδρος τά τε Ἄλινδα αὐτῇ ἐπέτρεψε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ παιδὸς οὐκ ἀπηξίωσε, καὶ ἐπειδὴ Ἁλικαρνασσόν τε ἐξεῖλε καὶ τῆς ἄλλης Καρίας ἐπεκράτησεν, αὐτῇ ἄρχειν ἁπάσης ἔδωκε.

[1.22.4] Εκείνους πάλι που εξόρμησαν από το Τρίπυλο τους αντιμετώπισε ο Πτολεμαίος, ο βασιλικός σωματοφύλακας, οδηγώντας τα τάγματα του Αδαίου και Τιμάνδρου καθώς και μερικούς ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες· και αυτοί χωρίς δυσκολία έτρεψαν σε φυγή όσους εξόρμησαν από την πόλη. [1.22.5] Κατά την αποχώρησή τους έτυχε να βρεθούν και αυτοί σε ένα στενό γεφύρι που είχε κατασκευαστεί πάνω από την τάφρο, το οποίο κατά τη φυγή τους υποχώρησε εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τους και πολλοί έπεσαν στην τάφρο· άλλοι από αυτούς καταπατήθηκαν από τους δικούς τους και άλλοι εξοντώθηκαν από τους Μακεδόνες που τους χτυπούσαν από ψηλά. [1.22.6] Η μεγαλύτερη όμως σφαγή έγινε γύρω από τις ίδιες τις πύλες, γιατί τις έκλεισαν νωρίτερα από ό,τι έπρεπε μέσα στον πανικό τους, επειδή φοβήθηκαν μήπως μαζί με αυτούς που υποχωρούσαν μπουν στην πόλη τους και οι Μακεδόνες που τους ακολουθούσαν από κοντά· έτσι όμως απέκλεισαν την είσοδο και σε πολλούς δικούς τους στρατιώτες, τους οποίους σκότωσαν οι Μακεδόνες κοντά στα ίδια τα τείχη τους. [1.22.7] Λίγο μάλιστα έλειψε να κυριευτεί τότε η πόλη, αν δεν απέσυρε τον στρατό του ο Αλέξανδρος, γιατί ήθελε και τώρα ακόμη να σώσει την Αλικαρνασσό, αν οι Αλικαρνασσείς έδειχναν κάποια φιλική υποχωρητικότητα. Από τους πολιορκούμενους σκοτώθηκαν χίλιοι περίπου, ενώ από τους στρατιώτες του Αλεξάνδρου γύρω στους σαράντα. Ανάμεσά τους ήταν ο Πτολεμαίος, ο σωματοφύλακας, ο Κλέαρχος, ο αρχηγός των τοξοτών, ο χιλίαρχος Αδαίος καθώς και άλλοι επιφανείς Μακεδόνες.
[1.23.1] Τότε λοιπόν συναντήθηκαν οι αρχηγοί των Περσών Οροντοβάτης και Μέμνων και έκριναν ότι, όπως είχαν τα πράγματα, δεν μπορούσαν να αντέξουν για πολύ χρόνο την πολιορκία· ένα μέρος του τείχους είχε γκρεμιστεί, όπως έβλεπαν, και ένα άλλο ήταν ετοιμόρροπο· από τους στρατιώτες τους πολλοί είχαν σκοτωθεί κατά τις εξορμήσεις από την πόλη και άλλοι πάλι εξαιτίας των τραυμάτων ήταν ανίκανοι για μάχη. [1.23.2] Λογαριάζοντας όλα αυτά, γύρω στη δεύτερη νυχτερινή φρουρά, βάζουν φωτιά στον ξύλινο πύργο που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει για την αντιμετώπιση των εχθρικών μηχανημάτων, καθώς και στις στοές τους, όπου φύλαγαν τα βέλη. [1.23.3] Έβαλαν επίσης φωτιά και στα σπίτια, που ήταν κοντά στο τείχος· σε άλλα όμως σπίτια η φλόγα μεταδόθηκε από τις στοές και από τον ξύλινο πύργο, γιατί και δυνατή ήταν και ο άνεμος φυσούσε προς εκείνο το μέρος· από τους πολιορκούμενους άλλοι αποσύρθηκαν στην ακρόπολη που υπήρχε στο νησί και άλλοι κατέφυγαν στο ύψωμα που ονομάζεται Σαλμακίδα. [1.23.4] Μόλις ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα νέα από μερικούς αυτόμολους που διέφυγαν από την πυρπολούμενη πόλη και είδε και ο ίδιος ότι η φωτιά είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, μολονότι ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν γίνονταν αυτά, οδήγησε από το στρατόπεδο τους Μακεδόνες στην πόλη και σκότωσε όσους εξακολουθούσαν ακόμη να την πυρπολούν· όσους όμως από τους Αλικαρνασσείς συνελάμβαναν μέσα στα σπίτια τους, αυτούς έδωσε εντολή να μην τους σκοτώνουν.
[1.23.5] Άρχιζε πια να ξημερώνει, όταν παρατήρησε ο Αλέξανδρος τα υψώματα που είχαν καταλάβει οι Πέρσες και οι μισθοφόροι και αποφάσισε να μην επιχειρήσει την πολιορκία τους· καταλάβαινε ότι μια τέτοια επιχείρηση θα τον καθυστερούσε πολύ εξαιτίας της φυσικής οχυρότητας των τόπων· και ούτε άλλωστε είχε μεγάλη σημασία η κατάληψή τους, μιας και κατείχε ήδη ολόκληρη την πόλη. [1.23.6] Αφού λοιπόν έθαψε όσους σκοτώθηκαν τη νύχτα, διέταξε τους υπεύθυνους των πολιορκητικών μηχανών να τις μεταφέρουν στις Τράλλεις, ενώ ο ίδιος κατέσκαψε την πόλη και, αφήνοντας τρεις χιλιάδες πεζούς μισθοφόρους και διακόσιους περίπου ιππείς με αρχηγό τον Πτολεμαίο, για να φρουρούν την Αλικαρνασσό και την υπόλοιπη Καρία, ξεκίνησε για τη Φρυγία. [1.23.7] Ως σατράπη ολόκληρης της Καρίας διόρισε την Άδα, την κόρη του Εκατόμνωα και γυναίκα του Ιδριέα· αυτός, αν και ήταν αδελφός της, συγκατοικούσε μαζί της σύμφωνα με τα έθιμα των Καρών. Ο Ιδριέας πεθαίνοντας άφησε την εξουσία στην Άδα, επειδή από την εποχή της Σεμίραμης συνηθιζόταν στην Ασία και γυναίκες να κυβερνούν τους άνδρες. Ο Πιξώδαρος όμως της αφαίρεσε την εξουσία και ανέλαβε ο ίδιος τη διακυβέρνηση. [1.23.8] Μετά τον θάνατο του Πιξώδαρου την εξουσία στην Καρία κατείχε ο Οροντοβάτης, που ήταν γαμπρός του Πιξώδαρου και τον είχε στείλει εκεί ο βασιλιάς της Περσίας. Η Άδα εξουσίαζε μόνον τα Άλινδα, έναν από τους πιο οχυρούς τόπους της Καρίας, και όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στην Καρία, πήγε να τον συναντήσει, για να του παραδώσει τα Άλινδα και να τον ονομάσει θετό παιδί της. Ο Αλέξανδρος της έδωσε τα Άλινδα και δέχθηκε να ονομαστεί θετό παιδί της· και αφού κυρίευσε την Αλικαρνασσό και έγινε κύριος της υπόλοιπης Καρίας, της ανέθεσε να την διοικεί ολόκληρη.