Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.18.6-1.19.4)

[1.18.6] Παρμενίων μὲν δὴ καὶ ὣς παρῄνει Ἀλεξάνδρῳ ναυμαχεῖν, τά τε ἄλλα κρατήσειν τῷ ναυτικῷ τοὺς Ἕλληνας ἐπελπίζων καί τι καὶ θεῖον ἀνέπειθεν αὐτόν, ὅτι ἀετὸς ὤφθη καθήμενος ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ κατὰ πρύμναν τῶν Ἀλεξάνδρου νεῶν. καὶ γὰρ δὴ νικήσαντας μὲν μεγάλα ὠφεληθήσεσθαι ἐς τὰ ὅλα, νικηθεῖσι δὲ οὐ παρὰ μέγα ἔσεσθαι τὸ πταῖσμα· καὶ ὣς γὰρ θαλασσοκρατεῖν τοὺς Πέρσας. καὶ αὐτὸς δὲ ἔφη ἐπιβῆναι ἐθέλειν τῶν νεῶν καὶ τοῦ κινδύνου μετέχειν. [1.18.7] Ἀλέξανδρος δὲ τῇ τε γνώμῃ ἁμαρτάνειν ἔφη Παρμενίωνα καὶ τοῦ σημείου τῇ οὐ κατὰ τὸ εἰκὸς ξυμβλήσει· ὀλίγαις τε γὰρ ναυσὶ πρὸς πολλῷ πλείους ξὺν οὐδενὶ λογισμῷ ναυμαχήσειν καὶ οὐ μεμελετηκότι τῷ σφῶν ναυτικῷ ‹πρὸς› προησκημένον τὸ τῶν Κυπρίων τε καὶ Φοινίκων· [1.18.8] τήν τε ἐμπειρίαν τῶν Μακεδόνων καὶ τὴν τόλμαν ἐν ἀβεβαίῳ χωρίῳ οὐκ ἐθέλειν παραδοῦναι τοῖς βαρβάροις· καὶ ἡττηθεῖσι τῇ ναυμαχίᾳ οὐ μικρὰν τὴν βλάβην ἔσεσθαι ἐς τοῦ πολέμου τὴν πρώτην δόξαν, τά τε ἄλλα καὶ τοὺς Ἕλληνας νεωτεριεῖν πρὸς τοῦ ναυτικοῦ πταίσματος τὴν ἐξαγγελίαν ἐπαρθέντας. [1.18.9] ταῦτα μὲν τῷ λογισμῷ ξυντιθεὶς οὐκ ἐν καιρῷ ἀπέφαινε ναυμαχεῖν· τὸ θεῖον δὲ αὐτὸς ἄλλῃ ἐξηγεῖσθαι· εἶναι μὲν γὰρ πρὸς αὑτοῦ τὸν ἀετόν, ἀλλ᾽ ὅτι ἐπὶ γῇ καθήμενος ἐφαίνετο, δοκεῖν οἱ μᾶλλόν τι σημαίνειν, ὅτι ἐκ γῆς κρατήσει τοῦ Περσῶν ναυτικοῦ.
[1.19.1] Καὶ ἐν τούτῳ Γλαύκιππος, ἀνὴρ τῶν δοκίμων ἐν Μιλήτῳ, ἐκπεμφθεὶς παρὰ Ἀλέξανδρον παρὰ τοῦ δήμου τε καὶ τῶν ξένων τῶν μισθοφόρων, οἷς μᾶλλόν τι ἐπετέτραπτο ἡ πόλις, τά τε τείχη ἔφη ἐθέλειν τοὺς Μιλησίους καὶ τοὺς λιμένας παρέχειν κοινοὺς Ἀλεξάνδρῳ καὶ Πέρσαις καὶ τὴν πολιορκίαν ἐπὶ τούτοις λύειν ἠξίου. [1.19.2] Ἀλέξανδρος δὲ Γλαυκίππῳ μὲν προστάσσει ἀπαλλάττεσθαι κατὰ τάχος ἐς τὴν πόλιν καὶ Μιλησίοις ἀπαγγέλλειν παρασκευάζεσθαι ὡς μαχουμένους ἕωθεν. αὐτὸς δ᾽ ἐπιστήσας τῷ τείχει μηχανάς, καὶ τὰ μὲν καταβαλὼν δι᾽ ὀλίγου τῶν τειχῶν, τὰ δὲ κατασείσας ἐπὶ πολὺ προσῆγε τὴν στρατιὰν ὡς ἐπιβησομένους ᾗ κατερήριπτο ἢ ἐσεσάλευτο τὸ τεῖχος, ἐφομαρτούντων καὶ μόνον οὐ θεωμένων τῶν Περσῶν ἀπὸ τῆς Μυκάλης πολιορκουμένους τοὺς φίλους σφῶν καὶ ξυμμάχους.
[1.19.3] Ἐν τούτῳ δὲ καὶ οἱ ἀμφὶ Νικάνορα ἀπὸ τῆς Λάδης τὴν ὁρμὴν τῶν ξὺν Ἀλεξάνδρῳ κατιδόντες ἐς τὸν λιμένα ἐπέπλεον τῶν Μιλησίων παρὰ γῆν τὴν εἰρεσίαν ποιούμενοι, καὶ κατὰ τὸ στόμα τοῦ λιμένος, ᾗπερ τὸ στενότατον ἦν, ἀντιπρώρους βύζην τὰς τριήρεις ὁρμίσαντες ἀποκεκλείκεσαν τῷ μὲν Περσικῷ ναυτικῷ τὸν λιμένα, τοῖς Μιλησίοις δὲ τὴν ἐκ τῶν Περσῶν ὠφέλειαν. [1.19.4] ἔνθα οἱ Μιλήσιοί τε καὶ οἱ μισθοφόροι πανταχόθεν ἤδη προσκειμένων σφίσι τῶν Μακεδόνων οἱ μὲν αὐτῶν ῥιπτοῦντες σφᾶς ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐπὶ τῶν ἀσπίδων ὑπτίων ἐς νησῖδά τινα ἀνώνυμον τῇ πόλει ἐπικειμένην διενήχοντο, οἱ δὲ ἐς κελήτια ἐμβαίνοντες καὶ ἐπειγόμενοι ὑποφθάσαι τὰς τριήρεις τῶν Μακεδόνων ἐγκατελήφθησαν ἐν τῷ στόματι τοῦ λιμένος πρὸς τῶν τριήρων· οἱ δὲ πολλοὶ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει ἀπώλοντο.

[1.18.6] Παρ᾽ όλα αυτά ο Παρμενίων συμβούλευε τον Αλέξανδρο να συνάψει αμέσως ναυμαχία με τους Πέρσες· ήλπιζε ότι οι Έλληνες θα νικήσουν με τον στόλο τους και για άλλους λόγους, αλλά κυρίως γιατί τον έπειθε κάτι θεϊκό που είδε: έναν αετό να κάθεται στην παραλία προς τις πρύμνες των πλοίων του Αλεξάνδρου. Υποστήριζε άλλωστε ότι, αν νικήσουν οι Μακεδόνες, θα είχαν μεγάλο συνολικό όφελος· αν πάλι νικηθούν, η αποτυχία τους αυτή δεν θα ήταν και μεγάλο ατύχημα, γιατί έτσι και αλλιώς κυριαρχούσαν στη θάλασσα οι Πέρσες. Είπε ακόμη ότι και ο ίδιος ήταν πρόθυμος να επιβιβαστεί στα πλοία και να ριψοκινδυνεύσει. [1.18.7] Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ο Παρμενίων και στην κρίση του κάμνει λάθος και στην όχι ευλογοφανή εξήγηση του οιωνού· γιατί θα ήταν απερίσκεπτο, είπε, να ναυμαχήσει με λίγα πλοία εναντίον των πολύ περισσοτέρων εχθρικών και με το δικό του αγύμναστο ναυτικό να αντιμετωπίσει τον προγυμνασμένο στόλο των Κυπρίων και των Φοινίκων. [1.18.8] Επιπλέον, δεν ήθελε να παραδώσει στους βαρβάρους την πείρα και την τόλμη των Μακεδόνων σε ένα τόσο αβέβαιο μέρος· γιατί αν έχαναν τη ναυμαχία, η ζημιά δεν θα ήταν καθόλου μικρή για την προηγούμενη πολεμική τους φήμη· και εκτός από τα άλλα θα επαναστατούσαν και οι Έλληνες, ξεσηκωμένοι από την είδηση της ναυτικής αποτυχίας. [1.18.9] Λαμβάνοντας λοιπόν όλα αυτά υπόψη του γνωμάτευσε ότι δεν ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ναυμαχήσει. Το θεϊκό σημάδι όμως ο ίδιος το εξηγούσε διαφορετικά· ήταν βέβαια γυρισμένος προς αυτόν ο αετός, επειδή όμως φαινόταν καθισμένος στη γη, πίστευε ότι σήμαινε μάλλον ότι από την ξηρά θα νικήσει τον περσικό στόλο.
[1.19.1] Στο μεταξύ ο λαός της Μιλήτου και οι ξένοι μισθοφόροι, στους οποίους είχε κυρίως ανατεθεί η ασφάλεια της Μιλήτου, έστειλαν στον Αλέξανδρο τον Γλαύκιππο, έναν από τους προύχοντες της πόλεως· αυτός του ανέφερε ότι οι Μιλήσιοι επιθυμούν να διαθέτουν τα τείχη και τα λιμάνια τους να τα χρησιμοποιούν από κοινού και ο Αλέξανδρος και οι Πέρσες, και ζητούσε με αυτούς τους όρους να λύσει ο Αλέξανδρος την πολιορκία. [1.19.2] Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε τον Γλαύκιππο να αναχωρήσει αμέσως για την πόλη και να αναγγείλει στους Μιλησίους να είναι έτοιμοι για να πολεμήσουν το πρωί. Ο ίδιος τοποθέτησε κοντά στα τείχη πολιορκητικές μηχανές και μέσα σε λίγη ώρα κατακρήμνισε ένα τμήμα τους και ένα άλλο μεγαλύτερο το κατέστησε ετοιμόρροπο. Έπειτα οδήγησε κοντά στο τείχος τους στρατιώτες του με σκοπό να το ανέβουν από τα μέρη που είχαν γκρεμιστεί ή είχαν τρανταχτεί. Την ίδια στιγμή οι Πέρσες παρακολουθούσαν από κοντά και σχεδόν έβλεπαν από τη Μυκάλη να πολιορκούνται οι φίλοι και σύμμαχοί τους.
[1.19.3] Στο μεταξύ οι ναύτες του Νικάνορα βλέποντας από τη Λάδη την επίθεση των στρατιωτών του Αλεξάνδρου έπλευσαν στο λιμάνι της Μιλήτου κωπηλατώντας κατά μήκος της ξηράς· προσορμίζοντας το ένα κοντά στο άλλο τα πλοία τους με την πλώρη γυρισμένη προς τον εχθρό, επάνω στο στόμιο του λιμανιού, εκεί ακριβώς που ήταν το στενότερο σημείο, απέκλεισαν τον περσικό στόλο από το λιμάνι και τους Μιλησίους από τις ενισχύσεις των Περσών. [1.19.4] Τότε, επειδή οι Μιλήσιοι και οι μισθοφόροι τους πιέζονταν από παντού από τους Μακεδόνες, άλλοι από αυτούς ρίχνονταν στη θάλασσα επάνω στις αναποδογυρισμένες ασπίδες τους και έβγαιναν κολυμπώντας σε ένα ανώνυμο νησάκι, πολύ κοντά στην πόλη τους, ενώ άλλοι έμπαιναν σε πλοιάρια και, στη βιασύνη τους να προλάβουν τις τριήρεις των Μακεδόνων, συλλαμβάνονταν από αυτές στην είσοδο του λιμανιού· οι περισσότεροι όμως χάθηκαν μέσα στην ίδια τη Μίλητο.