Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.1.8-1.2.3)

[1.1.8] Ἀλεξάνδρῳ δὲ βουλὴ γίγνεται ὅπως ἀσφαλέστατα ὑπερβαλεῖ τὸ ὄρος· καὶ ἐπειδὴ ἐδόκει διακινδυνευτέα, οὐ γὰρ εἶναι ἄλλῃ τὴν πάροδον, παραγγέλλει τοῖς ὁπλίταις, ὁπότε καταφέροιντο κατὰ τοῦ ὀρθίου αἱ ἅμαξαι, ὅσοις μὲν ὁδὸς πλατεῖα οὖσα παρέχοι λῦσαι τὴν τάξιν, τούτους δὲ διαχωρῆσαι, ὡς δι᾽ αὐτῶν ἐκπεσεῖν τὰς ἁμάξας· [1.1.9] ὅσοι δὲ περικαταλαμβάνοιντο, ξυννεύσαντας, τοὺς δὲ καὶ πεσόντας ἐς γῆν, συγκλεῖσαι ἐς ἀκριβὲς τὰς ἀσπίδας, τοῦ κατ᾽ αὐτῶν φερομένας τὰς ἁμάξας καὶ τῇ ῥύμῃ κατὰ τὸ εἰκὸς ὑπερπηδώσας ἀβλαβῶς ἐπελθεῖν. καὶ οὕτω ξυνέβη ὅπως παρῄνεσέ τε Ἀλέξανδρος καὶ εἴκασεν. [1.1.10] οἱ μὲν γὰρ διέσχον τὴν φάλαγγα, αἱ δ᾽ ὑπὲρ τῶν ἀσπίδων ἐπικυλισθεῖσαι ὀλίγα ἔβλαψαν· ἀπέθανε δὲ οὐδεὶς ὑπὸ ταῖς ἁμάξαις. ἔνθα δὴ οἱ Μακεδόνες θαρσήσαντες, ὅτι ἀβλαβεῖς αὐτοῖς, ἃς μάλιστα ἐδεδίεσαν, αἱ ἅμαξαι ἐγένοντο, σὺν βοῇ ἐς τοὺς Θρᾷκας ἐνέβαλον. [1.1.11] Ἀλέξανδρος δὲ τοὺς τοξότας μὲν ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ κέρως πρὸ τῆς ἄλλης φάλαγγος, ὅτι ταύτῃ εὐπορώτερα ἦν, ἐλθεῖν ἐκέλευσε καὶ ἐκτοξεύειν ἐς τοὺς Θρᾷκας ὅπῃ προσφέροιντο· αὐτὸς δὲ ἀναλαβὼν τὸ ἄγημα καὶ τοὺς ὑπασπιστὰς καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας κατὰ τὸ εὐώνυμον ἦγεν. [1.1.12] ἔνθα δὴ οἱ τοξόται βάλλοντες τοὺς προεκθέοντας τῶν Θρᾳκῶν ἀνέστελλον· καὶ ἡ φάλαγξ προσμίξασα οὐ χαλεπῶς ἐξέωσεν ἐκ τῆς χώρας ἀνθρώπους ψιλοὺς καὶ κακῶς ὡπλισμένους βαρβάρους, ὥστε Ἀλέξανδρον ἀπὸ τοῦ εὐωνύμου ἐπάγοντα οὐκέτι ἐδέξαντο, ἀλλὰ ῥίψαντες ὡς ἑκάστοις προὐχώρει τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ ὄρους ἔφυγον. [1.1.13] καὶ ἀπέθανον μὲν αὐτῶν ἐς χιλίους καὶ πεντακοσίους, ζῶντες δὲ ἄνδρες μὲν ὀλίγοι ἐλήφθησαν δι᾽ ὠκύτητα καὶ τῆς χώρας ἐμπειρίαν, γυναῖκες δὲ ὅσαι ξυνείποντο αὐτοῖς ἑάλωσαν πᾶσαι, καὶ τὰ παιδάρια καὶ ἡ λεία πᾶσα ἑάλω.
[1.2.1] Ἀλέξανδρος δὲ τὴν μὲν λείαν ὀπίσω ἀπέπεμψεν ἐς τὰς πόλεις τὰς ἐπὶ θαλάσσῃ, Λυσανίᾳ καὶ Φιλώτᾳ παραδοὺς διατίθεσθαι· αὐτὸς δὲ τὸ ἄκρον ὑπερβαλὼν προῄει διὰ τοῦ Αἴμου ἐς Τριβαλλούς, καὶ ἀφικνεῖται ἐπὶ τὸν Λύγινον ποταμόν· ἀπέχει δὲ οὗτος ἀπὸ τοῦ Ἴστρου ὡς ἐπὶ τὸν Αἶμον ἰόντι σταθμοὺς τρεῖς. [1.2.2] Σύρμος δὲ ὁ τῶν Τριβαλλῶν βασιλεύς, ἐκ πολλοῦ πυνθανόμενος τοῦ Ἀλεξάνδρου τὸν στόλον, γυναῖκας μὲν καὶ παῖδας τῶν Τριβαλλῶν προὔπεμψεν ἐπὶ τὸν Ἴστρον διαβαίνειν κελεύσας τὸν ποταμὸν ἐς νῆσόν τινα τῶν ἐν τῷ Ἴστρῳ· Πεύκη ὄνομα τῇ νήσῳ ἐστίν. [1.2.3] ἐς ταύτην δὲ τὴν νῆσον καὶ οἱ Θρᾷκες οἱ πρόσχωροι τοῖς Τριβαλλοῖς προσάγοντος Ἀλεξάνδρου ἐκ πολλοῦ συμπεφευγότες ἦσαν καὶ αὐτὸς ὁ Σύρμος ἐς ταύτην ξυμπεφεύγει ξὺν τοῖς ἀμφ᾽ αὐτόν· τὸ δὲ πολὺ πλῆθος τῶν Τριβαλλῶν ἔφυγεν ὀπίσω ἐπὶ τὸν ποταμόν, ἔνθενπερ τῇ προτεραίᾳ ὡρμήθη Ἀλέξανδρος.

[1.1.8] Ο Αλέξανδρος όμως σκεφτόταν πώς θα περνούσε το βουνό με όσο μπορούσε μεγαλύτερη ασφάλεια. Αφού λοιπόν αποφάσισε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διακινδυνεύσει —μιας και δεν υπήρχε από αλλού πέρασμα—, διέταξε τους οπλίτες του κάθε φορά που ρίχνονταν από ψηλά τα αμάξια καταπάνω τους, όσοι από αυτούς βρίσκονταν σε πλατύ δρόμο και μπορούσαν να λύσουν τον σχηματισμό τους, να αραιώνουν προς τα πλάγια, έτσι ώστε οι άμαξες να περνούν ανάμεσά τους· [1.1.9] όσοι όμως δεν προλάβαιναν, να σκύβουν όλοι μαζί σε ένα μέρος ή ακόμα και να πέφτουν στη γη τοποθετώντας από πάνω τους τις ασπίδες κολλητά τη μια στην άλλη, ώστε όταν κινούνται προς την κατεύθυνσή τους οι άμαξες, με την ορμή τους να πηδούν φυσικά από επάνω τους, χωρίς να προκαλούν καμιά ζημιά. Κι έγινε πραγματικά αυτό που συμβούλευσε και πρόβλεψε ο Αλέξανδρος. [1.1.10] Γιατί άλλοι χώρισαν τη φάλαγγα στα δύο, και άλλοι άφησαν τα αμάξια να κυλήσουν επάνω από τις ασπίδες, προκαλώντας μικρές μόνο ζημιές· κανένας πάντως στρατιώτης δεν σκοτώθηκε κάτω από τις άμαξες. Οι Μακεδόνες τότε πήραν θάρρος, γιατί τίποτα δεν έπαθαν από τις άμαξες που τόσο είχαν φοβηθεί, και επιτέθηκαν με βοή εναντίον των Θρακών. [1.1.11] Ο Αλέξανδρος λοιπόν διέταξε τους τοξότες να μετακινηθούν από τη δεξιά πτέρυγα εμπρός από την άλλη φάλαγγα, επειδή το μέρος εκείνο ήταν πιο ευκολοπέραστο, και από εκεί να ρίχνουν βέλη κατά των Θρακών, όπου αυτοί επιχειρούσαν επίθεση. Ο ίδιος πήρε μαζί του τη σωματοφυλακή, τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και τους οδήγησε στην αριστερή πτέρυγα. [1.1.12] Στο σημείο αυτό οι τοξότες ρίχνοντας βέλη συγκρατούσαν τους Θράκες που έτρεχαν μπροστά· και η φάλαγγα, όταν επιχείρησε επίθεση, έδιωξε χωρίς δυσκολία από τις θέσεις τους ανθρώπους βάρβαρους με ελαφρό και κακό οπλισμό· έτσι όταν οδήγησε ο Αλέξανδρος τους άνδρες του από το αριστερό κέρας, οι βάρβαροι δεν πρόβαλαν πια άλλη αντίσταση, αλλά πέταξαν τα όπλα τους, όπου μπορούσε ο καθένας, και έφυγαν προς το κάτω μέρος του βουνού. [1.1.13] Από αυτούς χίλιοι πεντακόσιοι σκοτώθηκαν, ζωντανοί όμως πιάστηκαν λίγοι, χάρη στη γρηγοράδα τους και την καλή γνώση της περιοχής. Όσες όμως γυναίκες τούς ακολουθούσαν αιχμαλωτίστηκαν όλες, καθώς και τα μικρά παιδιά· κυριεύτηκαν επίσης όλα τα λάφυρα.
[1.2.1] Ο Αλέξανδρος λοιπόν έστειλε πίσω στις παραθαλάσσιες πόλεις τα λάφυρα και τα παρέδωσε στον Λυσανία και τον Φιλώτα να τα μοιράσουν στους στρατιώτες. Ο ίδιος πέρασε την κορυφογραμμή του βουνού και προχώρησε προς τη χώρα των Τριβαλλών διασχίζοντας τον Αίμο. Και φθάνει στον Λύγινο ποταμό, που απέχει τριών ημερών πορεία από τον Ίστρο ποταμό, όταν πηγαίνει κανείς προς τον Αίμο. [1.2.2] Ο Σύρμος όμως, ο βασιλιάς των Τριβαλλών, που είχε πληροφορηθεί από πολύ πριν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, έστειλε μπροστά τις γυναίκες και τα παιδιά των Τριβαλλών στον Ίστρο, με την εντολή να περάσουν τον ποταμό και να εγκατασταθούν σε ένα από τα νησιά του Ίστρου που ονομάζεται Πεύκη. [1.2.3] Στο νησί αυτό, καθώς πλησίαζε ο Αλέξανδρος, είχαν καταφύγει από πριν και οι Θράκες, οι γείτονες των Τριβαλλών και αργότερα ο ίδιος ο Σύρμος με τους άνδρες του. Το μεγαλύτερο όμως πλήθος των Τριβαλλών κατέφυγε πίσω στον ποταμό, από όπου την προηγούμενη μέρα είχε ξεκινήσει ο Αλέξανδρος.