Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.13.6-1.14.7)

[1.13.6] Ἀλέξανδρος δέ, «ταῦτα μέν», ἔφη, «ὦ Παρμενίων, γιγνώσκω· αἰσχύνομαι δέ, εἰ τὸν μὲν Ἑλλήσποντον διέβην εὐπετῶς, τοῦτο δέ, σμικρὸν ῥεῦμα, —οὕτω τῷ ὀνόματι τὸν Γράνικον ἐκφαυλίσας,— εἴρξει ἡμᾶς τὸ μὴ οὐ διαβῆναι ὡς ἔχομεν. [1.13.7] καὶ τοῦτο οὔτε πρὸς Μακεδόνων τῆς δόξης οὔτε πρὸς τῆς ἐμῆς ἐς τοὺς κινδύνους ὀξύτητος ποιοῦμαι· ἀναθαρρήσειν τε δοκῶ τοὺς Πέρσας ‹ὡς› ἀξιομάχους Μακεδόσιν ὄντας, ὅτι οὐδὲν ἄξιον τοῦ σφῶν δέους ἐν τῷ παραυτίκα ἔπαθον».
[1.14.1] Ταῦτα εἰπὼν Παρμενίωνα μὲν ἐπὶ τὸ εὐώνυμον κέρας πέμπει ἡγησόμενον, αὐτὸς δὲ ἐπὶ τὸ δεξιὸν παρῆγε. προετάχθησαν δὲ αὐτῷ τοῦ μὲν δεξιοῦ Φιλώτας ὁ Παρμενίωνος, ἔχων τοὺς ἑταίρους τοὺς ἱππέας καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας τοὺς ἀκοντιστάς· Ἀμύντας δὲ ὁ Ἀρραβαίου τούς τε σαρισσοφόρους ἱππέας ἔχων Φιλώτᾳ ἐπετάχθη καὶ τοὺς Παίονας καὶ τὴν ἴλην τὴν Σωκράτους. [1.14.2] ἐχόμενοι δὲ τούτων ἐτάχθησαν οἱ ὑπασπισταὶ τῶν ἑταίρων, ὧν ἡγεῖτο Νικάνωρ ὁ Παρμενίωνος· ἐπὶ δὲ τούτοις ἡ Περδίκκου τοῦ Ὀρόντου φάλαγξ· ἐπὶ δὲ ἡ Κοίνου τοῦ Πολεμοκράτους· [ἐπὶ δὲ ἡ Κρατεροῦ τοῦ Ἀλεξάνδρου]· ἐπὶ δὲ ἡ Ἀμύντου τοῦ Ἀνδρομένους· ἐπὶ δὲ ὧν Φίλιππος ὁ Ἀμύντου ἦρχε. [1.14.3] τοῦ δὲ εὐωνύμου πρῶτοι μὲν οἱ Θετταλοὶ ἱππεῖς ἐτάχθησαν, ὧν ἡγεῖτο Κάλας ὁ Ἁρπάλου· ἐπὶ δὲ τούτοις οἱ ξύμμαχοι ἱππεῖς, ὧν ἦρχε Φίλιππος ὁ Μενελάου· ἐπὶ δὲ τούτοις οἱ Θρᾷκες, ὧν ἦρχεν Ἀγάθων· ἐχόμενοι δὲ τούτων πεζοὶ ἥ τε Κρατεροῦ φάλαγξ καὶ ἡ Μελεάγρου καὶ ἡ Φιλίππου ἔστε ἐπὶ τὸ μέσον τῆς ξυμπάσης τάξεως.
[1.14.4] Περσῶν δὲ ἱππεῖς μὲν ἦσαν ἐς δισμυρίους, ξένοι δὲ πεζοὶ μισθοφόροι ὀλίγον ἀποδέοντες δισμυρίων· ἐτάχθησαν δὲ τὴν μὲν ἵππον παρατείναντες τῷ ποταμῷ κατὰ τὴν ὄχθην ἐπὶ φάλαγγα μακράν, τοὺς δὲ πεζοὺς κατόπιν τῶν ἱππέων· καὶ γὰρ ὑπερδέξια ἦν τὰ ὑπὲρ τὴν ὄχθην χωρία. ᾗ δὲ Ἀλέξανδρον αὐτὸν καθεώρων —δῆλος γὰρ ἦν τῶν τε ὅπλων τῇ λαμπρότητι καὶ τῶν ἀμφ᾽ αὐτὸν τῇ σὺν ἐκπλήξει θεραπείᾳ— κατὰ τὸ εὐώνυμον [μὲν] σφῶν ἐπέχοντα, ταύτῃ πυκνὰς ἐπέταξαν τῇ ὄχθῃ τὰς ἴλας τῶν ἱππέων.
[1.14.5] Χρόνον μὲν δὴ ἀμφότερα τὰ στρατεύματα ἐπ᾽ ἄκρου τοῦ ποταμοῦ ἐφεστῶτες ὑπὸ τοῦ τὸ μέλλον ὀκνεῖν ἡσυχίαν ἦγον καὶ σιγὴ ἦν πολλὴ ἀφ᾽ ἑκατέρων. οἱ γὰρ Πέρσαι προσέμενον τοὺς Μακεδόνας, ὁπότε ἐσβήσονται ἐς τὸν πόρον, ὡς ἐπικεισόμενοι ἐκβαίνουσιν· [1.14.6] Ἀλέξανδρος δὲ ἀναπηδήσας ἐπὶ τὸν ἵππον καὶ τοῖς ἀμφ᾽ αὑτὸν ἐγκελευσάμενος ἕπεσθαί τε καὶ ἄνδρας ἀγαθοὺς γίγνεσθαι, τοὺς μὲν προδρόμους ἱππέας καὶ μὴν καὶ τοὺς Παίονας προεμβαλεῖν ἐς τὸν ποταμὸν ἔχοντα Ἀμύνταν τὸν Ἀρραβαίου ‹ἔταξε› καὶ τῶν πεζῶν μίαν τάξιν, καὶ πρὸ τούτων τὴν Σωκράτους ἴλην Πτολεμαῖον τὸν Φιλίππου ἄγοντα, ἣ δὴ καὶ ἐτύγχανε τὴν ἡγεμονίαν τοῦ ἱππικοῦ παντὸς ἔχουσα[ν] ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· [1.14.7] αὐτὸς δὲ ἄγων τὸ δεξιὸν κέρας ὑπὸ σαλπίγγων τε καὶ τῷ Ἐνυαλίῳ ἀλαλάζοντας ἐμβαίνει ἐς τὸν πόρον, λοξὴν ἀεὶ παρατείνων τὴν τάξιν, ᾗ παρεῖλκε τὸ ῥεῦμα, ἵνα δὴ μὴ ἐκβαίνοντι αὐτῷ οἱ Πέρσαι κατὰ κέρας προσπίπτοιεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὡς ἀνυστὸν τῇ φάλαγγι προσμίξῃ αὐτοῖς.

[1.13.6] Ο Αλέξανδρος απάντησε: «Τα γνωρίζω αυτά, Παρμενίων. Ντρέπομαι όμως, να μας εμποδίσει το μικρό αυτό ρεύμα —όπως υποτιμητικά ονόμασε τον Γρανικό— να το διαβούμε τώρα αμέσως, όπως είμαστε, ενώ τόσο εύκολα περάσαμε τον Ελλήσποντο. [1.13.7] Μια τέτοια αναβολή την θεωρώ ανάξια και για την πολεμική δόξα των Μακεδόνων και για τη δική μου ευψυχία στους κινδύνους. Έχω ακόμη τη γνώμη ότι θα αναθαρρήσουν οι Πέρσες και θα νομίσουν ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν σε μάχη τους Μακεδόνες, εφόσον τώρα δεν θα πάθουν τίποτε που να δικαιολογεί τον φόβο τους».
[1.14.1] Αυτά είπε και έστειλε τον Παρμενίωνα στην αριστερή πτέρυγα να αναλάβει τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος προχώρησε προς τη δεξιά. Τον Φιλώτα, τον γιο του Παρμενίωνα, τον τοποθέτησε μπροστά του στο άκρο δεξιό της παρατάξεως, με τους εταίρους ιππείς, τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές. Πίσω από τον Φιλώτα τοποθέτησε τον Αμύντα, τον γιο του Αρραβαίου, με τους σαρισοφόρους ιππείς, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη. [1.14.2] Δίπλα τους παρατάχθηκαν οι υπασπιστές των εταίρων με αρχηγό τον Νικάνορα, τον γιο του Παρμενίωνα· πίσω από αυτούς η φάλαγγα του Περδίκκα, του γιου του Ορόντη· ακολουθούσαν οι φάλαγγες του Κοίνου, του γιου του Πολεμοκράτη, [ύστερα η φάλαγγα του Κρατερού, του γιου του Αλεξάνδρου], έπειτα του Αμύντα, του γιου του Ανδρομένη, και τέλος οι άνδρες που αρχηγός τους ήταν ο Φίλιππος, ο γιος του Αμύντα. [1.14.3] Στην αριστερή πτέρυγα πρώτοι τοποθετήθηκαν οι Θεσσαλοί ιππείς με αρχηγό τον Κάλα, τον γιο του Αρπάλου. Μετά από αυτούς οι σύμμαχοι ιππείς που είχαν για αρχηγό τους τον Φίλιππο, τον γιο του Μενελάου, και μετά οι Θράκες με αρχηγό τον Αγάθωνα. ΟΙ δυνάμεις που παρατάχθηκαν στη συνέχεια ήταν πεζικές, δηλαδή οι φάλαγγες του Κρατερού, του Μελεάγρου και του Φιλίππου, που έφθαναν ως το κέντρο ολόκληρης της παρατάξεως.
[1.14.4] Οι ιππείς των Περσών ήταν είκοσι περίπου χιλιάδες και οι πεζοί ξένοι μισθοφόροι τους λίγο λιγότεροι από είκοσι χιλιάδες. Οι Πέρσες παρατάχθηκαν τοποθετώντας το ιππικό τους κατά μήκος της όχθης του ποταμού και σε ευρύ μέτωπο· παρέταξαν το πεζικό τους πίσω από το ιππικό, γιατί το έδαφος πάνω από την όχθη του ποταμού ήταν πολύ ψηλό. Στο σημείο όπου διέκριναν τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που βρισκόταν απέναντι στην αριστερή τους πτέρυγα, —γιατί διακρινόταν από τη λαμπρότητα των όπλων καθώς και από τον μεγάλο σεβασμό με τον οποίο τον υπηρετούσαν οι γύρω του—, στο σημείο ακριβώς αυτό δίπλα στην όχθη παρέταξαν οι Πέρσες πυκνές τις ίλες του ιππικού τους.
[1.14.5] Για αρκετή ώρα τα δυο στρατεύματα παρέμεναν ήσυχα στην άκρη του ποταμού, γιατί φοβούνταν για την έκβαση της μάχης, και έτσι επικρατούσε απόλυτη σιωπή και στα δυο στρατόπεδα. Οι Πέρσες περίμεναν τους Μακεδόνες πότε θα μπουν στο πέρασμα, ώστε να τους επιτεθούν καθώς θα έβγαιναν από αυτό. [1.14.6] Ο Αλέξανδρος όμως πήδησε πάνω στο άλογό του και παρακίνησε τους γύρω του να τον ακολουθήσουν και να αναδειχθούν γενναίοι άνδρες. Συγχρόνως διέταξε τον Αμύντα, τον γιο του Αρραβαίου, να ριχτεί πρώτος στον ποταμό παίρνοντας μαζί του τους έφιππους ανιχνευτές, τους Παίονες, και ένα τάγμα πεζικού. Πριν από αυτούς έστειλε τον Πτολεμαίο, τον γιο του Φιλίππου, με την ίλη του Σωκράτη, που συνέβαινε εκείνη τη μέρα να έχει τη διοίκηση όλου του ιππικού. [1.14.7] Ο ίδιος, οδηγώντας τη δεξιά του πτέρυγα υπό τους ήχους των σαλπίγγων και ενώ οι στρατιώτες επικαλούνταν με πολεμικές ιαχές τον Ενυάλιο, εισόρμησε στο πέρασμα, επεκτείνοντας διαρκώς λοξά την παράταξή του προς την κατεύθυνση του ρεύματος, για να μην τον πλευροκοπήσουν οι Πέρσες καθώς θα έβγαινε, αλλά και για να μπορέσει και ο ίδιος —όσο του ήταν δυνατό— να συγκρουστεί μαζί τους με τη φάλαγγα κατά μέτωπο.