Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.12.1-1.12.7)

[1.12.1] Ἀνιόντα δ᾽ αὐτὸν ἐς Ἴλιον Μενοίτιός τε ὁ κυβερνήτης χρυσῷ στεφάνῳ ἐστεφάνωσε καὶ ἐπὶ τούτῳ Χάρης ὁ Ἀθηναῖος ἐκ Σιγείου ἐλθὼν καί τινες καὶ ἄλλοι, οἱ μὲν Ἕλληνες, οἱ δὲ ἐπιχώριοι·..... οἱ δὲ, ὅτι καὶ τὸν Ἀχιλλέως ἄρα τάφον ἐστεφάνωσεν· Ἡφαιστίωνα δὲ λέγουσιν ὅτι τοῦ Πατρόκλου τὸν τάφον ἐστεφάνωσε· καὶ εὐδαιμόνισεν ἄρα, ὡς λόγος, Ἀλέξανδρος Ἀχιλλέα, ὅτι Ὁμήρου κήρυκος ἐς τὴν ἔπειτα μνήμην ἔτυχε. [1.12.2] καὶ μέντοι καὶ ἦν Ἀλεξάνδρῳ οὐχ ἥκιστα τούτου ἕνεκα εὐδαιμονιστέος Ἀχιλλεύς, ὅτι αὐτῷ γε Ἀλεξάνδρῳ, οὐ κατὰ τὴν ἄλλην ἐπιτυχίαν, τὸ χωρίον τοῦτο ἐκλιπὲς ξυνέβη οὐδὲ ἐξηνέχθη ἐς ἀνθρώπους τὰ Ἀλεξάνδρου ἔργα ἐπαξίως, οὔτ᾽ οὖν καταλογάδην, οὔτε τις ἐν μέτρῳ ἐποίησεν· ἀλλ᾽ οὐδὲ ἐν μέλει ᾔσθη Ἀλέξανδρος, ἐν ὅτῳ Ἱέρων τε καὶ Γέλων καὶ Θήρων καὶ πολλοὶ ἄλλοι οὐδέν τι Ἀλεξάνδρῳ ἐπεοικότες, ὥστε πολὺ μεῖον γιγνώσκεται τὰ Ἀλεξάνδρου ἢ τὰ φαυλότατα τῶν πάλαι ἔργων· [1.12.3] ὁπότε καὶ ἡ τῶν μυρίων ξὺν Κύρῳ ἄνοδος ἐπὶ βασιλέα Ἀρτοξέρξην καὶ τὰ Κλεάρχου τε καὶ τῶν ἅμα αὐτῷ ἁλόντων παθήματα καὶ ἡ κατάβασις αὐτῶν ἐκείνων, ἣν Ξενοφῶν αὐτοὺς κατήγαγε, πολύ τι ἐπιφανέστερα ἐς ἀνθρώπους Ξενοφῶντος ἕνεκά ἐστιν ἢ Ἀλέξανδρός τε καὶ τὰ Ἀλεξάνδρου ἔργα. [1.12.4] καίτοι Ἀλέξανδρος οὔτε ξὺν ἄλλῳ ἐστράτευσεν, οὔτε φεύγων μέγαν βασιλέα τοὺς τῇ καθόδῳ τῇ ἐπὶ θάλασσαν ἐμποδὼν γιγνομένους ἐκράτησεν· ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν ὅστις ἄλλος εἷς ἀνὴρ τοσαῦτα ἢ τηλικαῦτα ἔργα κατὰ πλῆθος ἢ μέγεθος ἐν Ἕλλησιν ἢ βαρβάροις ἀπεδείξατο. ἔνθεν καὶ αὐτὸς ὁρμηθῆναί φημι ἐς τήνδε τὴν ξυγγραφήν, οὐκ ἀπαξιώσας ἐμαυτὸν φανερὰ καταστήσειν ἐς ἀνθρώπους τὰ Ἀλεξάνδρου ἔργα. [1.12.5] ὅστις δὲ ὢν ταῦτα ὑπὲρ ἐμαυτοῦ γιγνώσκω, τὸ μὲν ὄνομα οὐδὲν δέομαι ἀναγράψαι, οὐδὲ γὰρ οὐδὲ ἄγνωστον ἐς ἀνθρώπους ἐστίν, οὐδὲ πατρίδα ἥτις μοί ἐστιν οὐδὲ γένος τὸ ἐμόν, οὐδὲ εἰ δή τινα ἀρχὴν ἐν τῇ ἐμαυτοῦ ἦρξα· ἀλλ᾽ ἐκεῖνο ἀναγράφω, ὅτι ἐμοὶ πατρίς τε καὶ γένος καὶ ἀρχαὶ οἵδε οἱ λόγοι εἰσί τε καὶ ἀπὸ νέου ἔτι ἐγένοντο. καὶ ἐπὶ τῷδε οὐκ ἀπαξιῶ ἐμαυτὸν τῶν πρώτων ἐν τῇ φωνῇ τῇ Ἑλλάδι, εἴπερ οὖν καὶ Ἀλέξανδρον τῶν ἐν τοῖς ὅπλοις.
[1.12.6] Ἐξ Ἰλίου δὲ ἐς Ἀρίσβην ἧκεν, οὗ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῷ διαβεβηκυῖα τὸν Ἑλλήσποντον ἐστρατοπεδεύκει, καὶ τῇ ὑστεραίᾳ ἐς Περκώτην· τῇ δὲ ἄλλῃ Λάμψακον παραμείψας πρὸς τῷ Πρακτίῳ ποταμῷ ἐστρατοπέδευσεν, ὃς ῥέων ἐκ τῶν ὀρῶν τῶν Ἰδαίων ἐκδιδοῖ ἐς θάλασσαν τὴν μεταξὺ τοῦ Ἑλλησπόντου τε καὶ τοῦ Εὐξείνου πόντου. ἔνθεν δὲ ἐς Ἕρμωτον ἀφίκετο, Κολωνὰς πόλιν παραμείψας. [1.12.7] σκοποὶ δὲ αὐτῷ ἐπέμποντο πρὸ τοῦ στρατεύματος· καὶ τούτων ἡγεμὼν ἦν Ἀμύντας ὁ Ἀρραβαίου, ἔχων τῶν τε ἑταίρων τὴν ἴλην τὴν ἐξ Ἀπολλωνίας, ἧς ἰλάρχης ἦν Σωκράτης ὁ Σάθωνος, καὶ τῶν προδρόμων καλουμένων ἴλας τέσσαρας. κατὰ δὲ τὴν πάροδον Πρίαπον πόλιν ἐνδοθεῖσαν πρὸς τῶν ἐνοικούντων τοὺς παραληψομένους ἀπέστειλε σὺν Πανηγόρῳ τῷ Λυκαγόρου, ἑνὶ τῶν ἑταίρων.

[1.12.1] Καθώς ανέβαινε λοιπόν ο Αλέξανδρος στο Ίλιο, τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι και ο Μενοίτιος, ο κυβερνήτης του πλοίου του, και ύστερα από αυτόν ο Χάρης ο Αθηναίος, που ήρθε από το Σίγειο , και μερικοί άλλοι, Έλληνες και ντόπιοι… Άλλοι λένε ότι ο Αλέξανδρος στεφάνωσε και τον τάφο του Αχιλλέα και ότι ο Ηφαιστίων στεφάνωσε τον τάφο του Πατρόκλου. Και καλοτύχισε τάχα, όπως αναφέρει η παράδοση, ο Αλέξανδρος τον Αχιλλέα, γιατί είχε την τύχη να τον υμνήσει ο Όμηρος και διατηρήθηκε η ανάμνησή του στους μεταγενέστερους. [1.12.2] Για τον Αλέξανδρο λοιπόν ο Αχιλλέας άξιζε να καλοτυχίζεται γι᾽ αυτήν κυρίως την αιτία· γιατί για τον ίδιο τον Αλέξανδρο, αντίθετα προς τις άλλες του επιτυχίες, υπάρχει μια έλλειψη στο κεφάλαιο αυτό: δεν έγιναν, όπως τους άξιζε, γνωστά στον κόσμο τα κατορθώματά του, εφόσον κανένας συγγραφέας δεν τον εξύμνησε ούτε σε πεζό ούτε σε έμμετρο λόγο· ούτε όμως και με λυρικά ποιήματα έχει εγκωμιασθεί ο Αλέξανδρος, στο βαθμό τουλάχιστον που έχουν εγκωμιασθεί ο Ιέρων και ο Γέλων και ο Θήρων καθώς και πολλοί άλλοι, που δεν μοιάζουν σε τίποτε με τον Αλέξανδρο. Γι᾽ αυτόν τον λόγο είναι πολύ λιγότερο γνωστά τα έργα του Αλεξάνδρου από ό,τι είναι άλλα πολύ πιο ασήμαντα γεγονότα του παρελθόντος. [1.12.3] Η ανάβαση, για παράδειγμα, των Μυρίων με τον Κύρο εναντίον του βασιλιά Αρταξέρξη και τα παθήματα του Κλεάρχου και των άλλων Ελλήνων στρατηγών που συνελήφθησαν μαζί του, καθώς και η κατάβαση των ίδιων αυτών Μυρίων που τους οδήγησε στην παραλία ο Ξενοφών, είναι χάρη στον Ξενοφώντα πολύ πιο γνωστά στους ανθρώπους παρά ο Αλέξανδρος και τα κατορθώματά του. [1.12.4] Και όμως ο Αλέξανδρος ούτε εξεστράτευσε μαζί με άλλον ούτε νίκησε απλώς εκείνους που του εμπόδιζαν την κατάβαση προς τη θάλασσα προσπαθώντας να διαφύγει την καταδίωξη του μεγάλου βασιλέως· δεν υπάρχει άλλωστε ανάμεσα στους Έλληνες ή τους βαρβάρους ούτε ένας άλλος άνθρωπος που να έχει επιδείξει τόσα πολλά ή τόσο μεγάλα έργα. Αυτός, ομολογώ, είναι και ο λόγος που με παρακίνησε να αναλάβω το ιστορικό αυτό έργο, επειδή θεώρησα τον εαυτό μου άξιο να καταστήσει γνωστά στους ανθρώπους τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου. [1.12.5] Όποιος και αν είμαι εγώ που έχω αυτήν την ιδέα για τον εαυτό μου, δεν έχω ανάγκη να αναφέρω το όνομά μου, γιατί δεν είναι άγνωστο στους ανθρώπους, ούτε και ποιά είναι η πατρίδα μου ή η οικογένειά μου ούτε αν ανέλαβα κανένα αξίωμα στην πατρίδα μου· αναφέρω όμως τούτο και μόνο, ότι για μένα πατρίδα και οικογένεια και αξίωμα είναι αυτοί εδώ οι λόγοι και μάλιστα από τη νεανική μου ηλικία. Και γι᾽ αυτό δεν θεωρώ τον εαυτό μου ακατάλληλο να θεωρηθεί ένας από τους πρώτους συγγραφείς του ελληνικού λόγου, όπως ακριβώς και ο Αλέξανδρος ανάμεσα στους στρατιωτικούς.
[1.12.6] Από το Ίλιο ο Αλέξανδρος έφθασε στην Αρίσβη, όπου είχαν στρατοπεδεύσει όλες του οι δυνάμεις που είχαν διαβεί τον Ελλήσποντο και την άλλη μέρα έφθασε στην Περκώτη. Την επόμενη μέρα προσπέρασε τη Λάμψακο και στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό Πράκτιο, ο οποίος πηγάζει από το όρος Ίδη και χύνεται στη θάλασσα που βρίσκεται ανάμεσα στον Ελλήσποντο και στον Εύξεινο Πόντο. Από εκεί έφθασε στο Έρμωτο προσπερνώντας την πόλη των Κολωνών. [1.12.7] Ο Αλέξανδρος απέστειλε μπροστά από τον στρατό του ανιχνευτές ιππείς. Αρχηγός τους ήταν ο Αμύντας, ο γιος του Αρραβαίου, μαζί με την ίλη των εταίρων από την Απολλωνία, της οποίας ίλαρχος ήταν ο Σωκράτης, ο γιος του Σάθωνα μαζί με τέσσερις ίλες από τους λεγόμενους προδρόμους ιππείς. Καθώς προχωρούσε, οι κάτοικοι του παρέδωσαν την πόλη Πρίαπο· αυτός έστειλε στρατιωτική δύναμη με αρχηγό τον Πανήγορο, τον γιο του Λυκάγορα, έναν από τους εταίρους, για να την παραλάβει.