Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (8.43.2-8.46.5)

[8.43.2] Ἅπασαι δ᾽ ἤδη οὖσαι ἅμα ἐν τῇ Κνίδῳ αἱ τῶν Πελοποννησίων νῆες ἐπεσκευάζοντό τε εἴ τι ἔδει καὶ πρὸς τὸν Τισσαφέρνην (παρεγένετο γάρ) λόγους ἐποιοῦντο οἱ ἕνδεκα ἄνδρες τῶν Λακεδαιμονίων περί τε τῶν ἤδη πεπραγμένων, εἴ τι μὴ ἤρεσκεν αὐτοῖς, καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος πολέμου, ὅτῳ τρόπῳ ἄριστα καὶ ξυμφορώτατα ἀμφοτέροις πολεμήσεται. [8.43.3] μάλιστα δὲ ὁ Λίχας ἐσκόπει τὰ ποιούμενα, καὶ τὰς σπονδὰς οὐδετέρας, οὔτε τὰς Χαλκιδέως οὔτε τὰς Θηριμένους, ἔφη καλῶς ξυγκεῖσθαι, ἀλλὰ δεινὸν εἶναι εἰ χώρας ὅσης βασιλεὺς καὶ οἱ πρόγονοι ἦρξαν πρότερον, ταύτης καὶ νῦν ἀξιώσει κρατεῖν· ἐνεῖναι γὰρ καὶ νήσους ἁπάσας πάλιν δουλεύειν καὶ Θεσσαλίαν καὶ Λοκροὺς καὶ τὰ μέχρι Βοιωτῶν, καὶ ἀντ᾽ ἐλευθερίας ἂν Μηδικὴν ἀρχὴν τοῖς Ἕλλησι τοὺς Λακεδαιμονίους περιθεῖναι. [8.43.4] ἑτέρας οὖν ἐκέλευε βελτίους σπένδεσθαι, ἢ ταύταις γε οὐ χρήσεσθαι, οὐδὲ τῆς τροφῆς ἐπὶ τούτοις δεῖσθαι οὐδέν. ἀγανακτῶν δὲ ὁ μὲν Τισσαφέρνης ἀπεχώρησεν ἀπ᾽ αὐτῶν δι᾽ ὀργῆς καὶ ἄπρακτος, [8.44.1] οἱ δ᾽ ἐς τὴν Ῥόδον ἐπικηρυκευομένων ἀπὸ τῶν δυνατωτάτων ἀνδρῶν τὴν γνώμην εἶχον πλεῖν, ἐλπίζοντες νῆσόν τε οὐκ ἀδύνατον καὶ ναυβατῶν πλήθει καὶ πεζῷ προσάξεσθαι, καὶ ἅμα ἡγούμενοι αὐτοὶ ἀπὸ τῆς ὑπαρχούσης ξυμμαχίας δυνατοὶ ἔσεσθαι Τισσαφέρνην μὴ αἰτοῦντες χρήματα τρέφειν τὰς ναῦς. [8.44.2] πλεύσαντες οὖν εὐθὺς ἐν τῷ αὐτῷ χειμῶνι ἐκ τῆς Κνίδου καὶ προσβαλόντες Καμείρῳ τῆς Ῥοδίας πρῶτον ναυσὶ τέσσαρσι καὶ ἐνενήκοντα ἐξεφόβησαν μὲν τοὺς πολλοὺς οὐκ εἰδότας τὰ πρασσόμενα, καὶ ἔφευγον, ἄλλως τε καὶ ἀτειχίστου οὔσης τῆς πόλεως· εἶτα ξυγκαλέσαντες οἱ Λακεδαιμόνιοι τούτους τε καὶ τοὺς ἐκ τοῖν δυοῖν πολέοιν, Λίνδου καὶ Ἰηλυσοῦ, Ῥοδίους ἔπεισαν ἀποστῆναι Ἀθηναίων· καὶ προσεχώρησε Ῥόδος Πελοποννησίοις. [8.44.3] οἱ δὲ Ἀθηναῖοι κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ταῖς ἐκ τῆς Σάμου ναυσὶν αἰσθόμενοι ἔπλευσαν μὲν βουλόμενοι φθάσαι καὶ ἐπεφάνησαν πελάγιοι, ὑστερήσαντες δὲ οὐ πολλῷ τὸ μὲν παραχρῆμα ἀπέπλευσαν ἐς Χάλκην, ἐντεῦθεν δ᾽ ἐς Σάμον, ὕστερον δὲ ἐκ τῆς Χάλκης καὶ ἐκ τῆς Κῶ [καὶ ἐκ τῆς Σάμου] τοὺς ἐπίπλους ποιούμενοι ἐπὶ τὴν Ῥόδον ἐπολέμουν. [8.44.4] οἱ δὲ χρήματα μὲν ἐξέλεξαν ἐς δύο καὶ τριάκοντα τάλαντα οἱ Πελοποννήσιοι παρὰ τῶν Ῥοδίων, τὰ δ᾽ ἄλλα ἡσύχαζον ἡμέρας ὀγδοήκοντα, ἀνελκύσαντες τὰς ναῦς.
[8.45.1] Ἐν δὲ τούτῳ καὶ ἔτι πρότερον, πρὶν ἐς τὴν Ῥόδον αὐτοὺς ἀναστῆναι, τάδε ἐπράσσετο. Ἀλκιβιάδης μετὰ τὸν Χαλκιδέως θάνατον καὶ τὴν ἐν Μιλήτῳ μάχην τοῖς Πελοποννησίοις ὕποπτος ὤν, καὶ ἀπ᾽ αὐτῶν ἀφικομένης ἐπιστολῆς πρὸς Ἀστύοχον ἐκ Λακεδαίμονος ὥστ᾽ ἀποκτεῖναι (ἦν γὰρ καὶ τῷ Ἄγιδι ἐχθρὸς καὶ ἄλλως ἄπιστος ἐφαίνετο), πρῶτον μὲν ὑποχωρεῖ δείσας παρὰ Τισσαφέρνην, ἔπειτα ἐκάκου πρὸς αὐτὸν ὅσον ἐδύνατο μάλιστα τῶν Πελοποννησίων τὰ πράγματα, [8.45.2] καὶ διδάσκαλος πάντων γιγνόμενος τήν τε μισθοφορὰν ξυνέτεμεν, ἀντὶ δραχμῆς Ἀττικῆς ὥστε τριώβολον καὶ τοῦτο μὴ ξυνεχῶς δίδοσθαι, λέγειν κελεύων τὸν Τισσαφέρνην πρὸς αὐτοὺς ὡς Ἀθηναῖοι ἐκ πλέονος χρόνου ἐπιστήμονες ὄντες τοῦ ναυτικοῦ τριώβολον τοῖς ἑαυτῶν διδόασιν, οὐ τοσοῦτον πενίᾳ ὅσον ἵνα αὐτῶν μὴ οἱ ναῦται ἐκ περιουσίας ὑβρίζοντες οἱ μὲν τὰ σώματα χείρω ἔχωσι δαπανῶντες ἐς τοιαῦτα ἀφ᾽ ὧν ἡ ἀσθένεια ξυμβαίνει, οἱ δὲ τὰς ναῦς ἀπολείπωσιν οὐχ ὑπολιπόντες ἐς ὁμηρείαν τὸν προσοφειλόμενον μισθόν· [8.45.3] καὶ τοὺς τριηράρχους καὶ τοὺς στρατηγοὺς τῶν πόλεων ἐδίδασκεν [ὥστε] δόντα χρήματα αὐτὸν πεῖσαι, ὥστε ξυγχωρῆσαι ταῦτα ἑαυτῷ πλὴν τῶν Συρακοσίων· τούτων δὲ Ἑρμοκράτης ἠναντιοῦτο μόνος ὑπὲρ τοῦ παντὸς ξυμμαχικοῦ. [8.45.4] τάς τε πόλεις δεομένας χρημάτων ἀπήλασεν αὐτὸς ἀντιλέγων ὑπὲρ τοῦ Τισσαφέρνους ὡς οἱ μὲν Χῖοι ἀναίσχυντοι εἶεν πλουσιώτατοι ὄντες τῶν Ἑλλήνων, ἐπικουρίᾳ δ᾽ ὅμως σῳζόμενοι ἀξιοῦσι καὶ τοῖς σώμασι καὶ τοῖς χρήμασιν ἄλλους ὑπὲρ τῆς ἐκείνων ἐλευθερίας κινδυνεύειν· [8.45.5] τὰς δ᾽ ἄλλας πόλεις ἔφη ἀδικεῖν, αἳ ἐς Ἀθηναίους πρότερον ἢ ἀποστῆναι ἀνήλουν, εἰ μὴ καὶ νῦν καὶ τοσαῦτα καὶ ἔτι πλείω ὑπὲρ σφῶν αὐτῶν ἐθελήσουσιν ἐσφέρειν. [8.45.6] τόν τε Τισσαφέρνην ἀπέφαινε νῦν μέν, τοῖς ἰδίοις χρήμασι πολεμοῦντα, εἰκότως φειδόμενον, ἢν δέ ποτε τροφὴ καταβῇ παρὰ βασιλέως, ἐντελῆ αὐτοῖς ἀποδώσειν τὸν μισθὸν καὶ τὰς πόλεις τὰ εἰκότα ὠφελήσειν. [8.46.1] παρῄνει δὲ καὶ τῷ Τισσαφέρνει μὴ ἄγαν ἐπείγεσθαι τὸν πόλεμον διαλῦσαι, μηδὲ βουληθῆναι κομίσαντα ἢ ναῦς Φοινίσσας ἅσπερ παρεσκευάζετο ἢ Ἕλλησι πλέοσι μισθὸν πορίζοντα τοῖς αὐτοῖς τῆς τε γῆς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ κράτος δοῦναι, ἔχειν δ᾽ ἀμφοτέρους ἐᾶν δίχα τὴν ἀρχήν, καὶ βασιλεῖ ἐξεῖναι αἰεὶ ἐπὶ τοὺς αὐτῷ λυπηροὺς τοὺς ἑτέρους ἐπάγειν. [8.46.2] γενομένης δ᾽ ἂν καθ᾽ ἓν τῆς ἐς γῆν καὶ θάλασσαν ἀρχῆς ἀπορεῖν ἂν αὐτὸν οἷς τοὺς κρατοῦντας ξυγκαθαιρήσει, ἢν μὴ αὐτὸς βούληται μεγάλῃ δαπάνῃ καὶ κινδύνῳ ἀναστάς ποτε διαγωνίσασθαι. εὐτελέστερα δὲ τάδ᾽ εἶναι, βραχεῖ μορίῳ τῆς δαπάνης καὶ ἅμα μετὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀσφαλείας αὐτοὺς περὶ ἑαυτοὺς τοὺς Ἕλληνας κατατρῖψαι. [8.46.3] ἐπιτηδειοτέρους τε ἔφη τοὺς Ἀθηναίους εἶναι κοινωνοὺς αὐτῷ τῆς ἀρχῆς· ἧσσον γὰρ τῶν κατὰ γῆν ἐφίεσθαι, τὸν λόγον τε ξυμφορώτατον καὶ τὸ ἔργον ἔχοντας πολεμεῖν· τοὺς μὲν γὰρ ξυγκαταδουλοῦν ἂν σφίσι τε αὐτοῖς τὸ τῆς θαλάσσης μέρος καὶ ἐκείνῳ ὅσοι ἐν τῇ βασιλέως Ἕλληνες οἰκοῦσι, τοὺς δὲ τοὐναντίον ἐλευθερώσοντας ἥκειν, καὶ οὐκ εἰκὸς εἶναι Λακεδαιμονίους ἀπὸ μὲν σφῶν τῶν Ἑλλήνων ἐλευθεροῦν νῦν τοὺς Ἕλληνας, ἀπὸ δ᾽ ἐκείνων [τῶν βαρβάρων], ἢν μή ποτε αὐτοὺς μὴ ἐξέλωσι, μὴ ἐλευθερῶσαι. [8.46.4] τρίβειν οὖν ἐκέλευε πρῶτον ἀμφοτέρους, καὶ ἀποτεμόμενον ὡς μέγιστα ἀπὸ τῶν Ἀθηναίων ἔπειτ᾽ ἤδη τοὺς Πελοποννησίους ἀπαλλάξαι ἐκ τῆς χώρας. [8.46.5] καὶ διενοεῖτο τὸ πλέον οὕτως ὁ Τισσαφέρνης, ὅσα γε ἀπὸ τῶν ποιουμένων ἦν εἰκάσαι. τῷ γὰρ Ἀλκιβιάδῃ διὰ ταῦτα ὡς εὖ περὶ τούτων παραινοῦντι προσθεὶς ἑαυτὸν ἐς πίστιν τήν τε τροφὴν κακῶς ἐπόριζε τοῖς Πελοποννησίοις καὶ ναυμαχεῖν οὐκ εἴα, ἀλλὰ καὶ τὰς Φοινίσσας φάσκων ναῦς ἥξειν καὶ ἐκ περιόντος ἀγωνιεῖσθαι ἔφθειρε τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀκμὴν τοῦ ναυτικοῦ αὐτῶν ἀφείλετο γενομένην καὶ πάνυ ἰσχυράν, τά τε ἄλλα καταφανέστερον ἢ ὥστε λανθάνειν οὐ προθύμως ξυνεπολέμει.

[8.43.2] Όλα τα πελοποννησιακά καράβια ήσαν τώρα συγκεντρωμένα στην Κνίδο όπου τα επισκεύαζαν όπως χρειαζόταν το καθένα. Οι έντεκα Σπαρτιάτες σύμβουλοι διαπραγματεύονταν με τον Τισσαφέρνη (ο οποίος είχε φτάσει εκεί) και συζητούσαν για τα όσα είχαν γίνει ως τότε —όσα δεν επιδοκίμαζαν— και για τον μελλοντικό πόλεμο, δηλαδή τον καλύτερο τρόπο να κάνουν τις επιχειρήσεις ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα και των δύο. [8.43.3] Ο Λίχας, ιδίως, κατάκρινε τα όσα είχαν γίνει και είπε ότι καμιά από τις δύο συνθήκες, η μία του Χαλκιδέως και η άλλη του Θηριμένη, δεν ήταν ικανοποιητική. Θα ήταν φοβερό —είπε— να υποβληθούν πάλι στην εξουσία του βασιλέως, όσες περιοχές εξουσίαζε άλλοτε ο βασιλεύς ή οι πρόγονοί του, δηλαδή όλα τα νησιά, η Θεσσαλία, η Λοκρίδα, ακόμα και η Βοιωτία. Έτσι οι Λακεδαιμόνιοι, αντί να προσφέρουν την ελευθερία στους Έλληνες, θα τους έδιναν δούλους στους Μήδους. [8.43.4] Ο Λίχας ζητούσε, λοιπόν, να γίνει νέα συνθήκη και, πάντως, δεν θα θεωρούσε τις προηγούμενες έγκυρες, ούτε θα δεχόταν με τέτοιους όρους, την τροφοδοσία που έδινε ο βασιλεύς. Ο Τισσαφέρνης θύμωσε κι έφυγε αγανακτισμένος, χωρίς να καταλήξει σε συμφωνία.
[8.44.1] Οι ισχυρότεροι παράγοντες της Ρόδου έστειλαν κήρυκες στους Λακεδαιμονίους οι οποίοι αποφάσισαν να πλεύσουν στην Ρόδο. Είχαν την ελπίδα να προσεταιρισθούν το σπουδαίο αυτό νησί που είχε πολλούς ναύτες και πεζούς. Θεωρούσαν επίσης ότι, μ᾽ όλους τους συμμάχους που είχαν αποκτήσει, θα ήσαν σε θέση να συντηρούν τον στόλο χωρίς να ζητούν χρήματα από τον Τισσαφέρνη. [8.44.2] Έφυγαν, λοιπόν, αμέσως τον ίδιο χειμώνα, από την Κνίδο κι έφτασαν πρώτα στην Κάμειρο της Ρόδου μ᾽ ενενήντα τέσσερα καράβια. Ο πολύς λαός, ο οποίος δεν ήξερε τις διαπραγματεύσεις που γίνονταν, τρόμαξε και έφυγε από την πολιτεία η οποία, άλλωστε, ήταν ατείχιστη. Έπειτα, όμως, οι Λακεδαιμόνιοι συγκέντρωσαν σε κοινή σύσκεψη τους πολίτες της Καμείρου, της Λίνδου και της Ιαλυσού κι έπεισαν τους Ροδίους ν᾽ αποστατήσουν από την αθηναϊκή συμμαχία. Έτσι προσχώρησε η Ρόδος στην πελοποννησιακή συμμαχία. [8.44.3] Τον ίδιο καιρό, οι Αθηναίοι, μόλις το πληροφορήθηκαν, ξεκίνησαν με στόλο από την Σάμο, με τον σκοπό να προλάβουν, αλλά εμφανίστηκαν στο πέλαγος με ελάχιστη καθυστέρηση. Τότε έφυγαν πίσω στην Χάλκη και από εκεί στην Σάμο. Αργότερα, όμως, άρχισαν εχθροπραξίες εναντίον της Ρόδου, κάνοντας επιδρομές με βάση την Χάλκη, την Κω και την Σάμο. [8.44.4] Οι Πελοποννήσιοι εισέπραξαν από τους Ροδίους συνεισφορά τριάντα δύο τάλαντα και αφού τράβηξαν τα καράβια τους στην στεριά, δεν ανάπτυξαν καμιά δράση για ογδόντα μέρες.
[8.45.1] Στο μεταξύ, αλλά και πριν ακόμα μεταφερθούν οι Πελοποννήσιοι στην Ρόδο, έγιναν τα ακόλουθα. Μετά τον θάνατο του Χαλκιδέως και την μάχη της Μιλήτου, ο Αλκιβιάδης είχε γίνει ύποπτος στους Πελοποννησίους. Έφτασε από την Σπάρτη επιστολή προς τον Αστύοχο με οδηγίες να τον σκοτώσει (ο Άγις ήταν εχθρός του αλλά και, γενικά, δεν του είχαν εμπιστοσύνη). Ο Αλκιβιάδης φοβήθηκε και κατέφυγε πρώτα στον Τισσαφέρνη και άρχισε να βλάπτει, όσο μπορούσε περισσότερο, τους Λακεδαιμονίους. [8.45.2] Έγινε ο κύριός του σύμβουλος και ελάττωσε τον μισθό για τους ναύτες από μια αττική δραχμή σε τρεις οβολούς την ημέρα, και αυτούς όχι τακτικά. Τον συμβούλεψε να πει στους Λακεδαιμονίους ότι οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν μεγάλη πείρα στα ναυτικά, έδιναν τρεις οβολούς στα πληρώματά τους και τούτο όχι τόσο από έλλειψη χρημάτων, όσο για να μην είναι απείθαρχα, εξαιτίας του μεγάλου μισθού, τα πληρώματα και για να εμποδίζουν τους άντρες να χαλούν την υγεία τους (ξοδεύοντας τα χρήματά τους σε πράγματα που προκαλούν ασθένεια) ή να λιποτακτούν αφού δεν θα άφηναν για εγγύηση, πίσω τους, τους μισθούς που τους χρωστούσαν. [8.45.3] Ο Αλκιβιάδης συμβούλεψε επίσης τον Τισσαφέρνη να δωροδοκήσει τους τριηράρχους και τους στρατηγούς των συμμαχικών πολιτειών, για να δώσουν την συγκατάθεσή τους, κι έτσι όλοι συμφώνησαν μαζί του εκτός από τους Συρακουσίους. Ο Ερμοκράτης, μόνος, διαμαρτυρήθηκε εν ονόματι όλων των συμμάχων. [8.45.4] Μερικές συμμαχικές πολιτείες ζητούσαν χρήματα κι ο Αλκιβιάδης έδιωχνε τους αντιπροσώπους τους, μιλώντας εν ονόματι του Τισσαφέρνη. Είπε στους Χίους ότι ήταν ντροπή τους, ενώ ήσαν οι πλουσιότεροι των Ελλήνων, κι ενώ τους υπεράσπιζαν ξένοι μισθοφόροι, να έχουν την αξίωση άλλοι να ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους και να ξοδεύουν τα χρήματά τους για την δική τους ελευθερία. [8.45.5] Όσο για τις άλλες πολιτείες, έλεγε, όσες πριν αποστατήσουν πλήρωναν φόρο στους Αθηναίους, θα ήταν άδικο αν τώρα δεν πλήρωναν τα ίδια και περισσότερα για τα δικά τους συμφέροντα. [8.45.6] Εξηγούσε ότι ο Τισσαφέρνης έκανε τον πόλεμο με δικά του έξοδα και ότι ήταν, επομένως, φυσικό να είναι προσεκτικός, αλλά ότι αν ποτέ έφθαναν χρήματα από τον βασιλέα, τότε θα τους πλήρωνε ολόκληρο τον μισθό και θα βοηθούσε, όσο ήταν φυσικό, τις πολιτείες.
[8.46.1] Συμβούλευε τον Τισσαφέρνη να μην βιαστεί πολύ να επιτύχει το τέλος του πολέμου και να μην επιδιώξει να εξασφαλίσει στον έναν από τους εμπολέμους την κυριαρχία και στην στεριά και στην θάλασσα, είτε φέρνοντας τον φοινικικό στόλο —όπως το είχε σκοπό— είτε αυξάνοντας τον αριθμό των Ελλήνων στους οποίους έδινε μισθό. Έπρεπε, έλεγε, ν᾽ αφήσει τους δύο αντιπάλους να διατηρούν ο καθένας την υπεροχή στο στοιχείο του, ώστε να μπορεί ο βασιλεύς, αν ο ένας από τους δύο γινόταν επικίνδυνος, να καλεί τον άλλον εναντίον του. [8.46.2] Αν όμως ο ένας από τους δύο αντιπάλους συγκέντρωνε την κυριαρχία και στην στεριά και στην θάλασσα, τότε ο βασιλεύς θα βρισκόταν σε αμηχανία να βρει συμμάχους για να καταλύσει την δύναμη αυτή αν δεν ήθελε ν᾽ αντιμετωπίσει ο ίδιος έναν δαπανηρό, επικίνδυνο αγώνα. Θα ήταν πολύ οικονομικότερο και πολύ λιγότερο επικίνδυνο να συμμετέχει με πολύ λίγες δαπάνες στον πόλεμο και ν᾽ αφήσει τους Έλληνες να καταστραφούν μεταξύ τους. [8.46.3] Έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα ήσαν περισσότερο ευμεταχείριστοι συνεταίροι της εξουσίας επειδή το κύριο ενδιαφέρον τους δεν στρέφεται προς την στεριά κι επειδή τόσο οι σκοποί τους όσο και ο τρόπος που διεξάγουν τον πόλεμο, συμφέρουν περισσότερο στον Τισσαφέρνη. Οι Αθηναίοι θα συνεργάζονταν μαζί του, για να υποδουλώσουν εκείνοι όσους Έλληνες κατοικούσαν στα παραθαλάσσια και για να υποδουλώσει ο Τισσαφέρνης στην δική του εξουσία όσους Έλληνες κατοικούσαν στο έδαφος του βασιλέως. Ενώ οι Λακεδαιμόνιοι, αντίθετα, είχαν έρθει για να τους ελευθερώσουν όλους και δεν ήταν φυσικό οι Λακεδαιμόνιοι να ελευθερώσουν Έλληνες από τον ζυγό Ελλήνων και να μην επιχειρήσουν να τους ελευθερώσουν από τον ζυγό βαρβάρων αν ο βασιλεύς δεν απαλλαγεί κάποτε από τους Λακεδαιμονίους. [8.46.4] Συμβούλευε, λοιπόν, τον Τισσαφέρνη να εξαντλήσει τους δύο αντιπάλους και, αφού μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η δύναμη της Αθήνας, τότε να στραφεί ο Τισσαφέρνης εναντίον των Πελοποννησίων και να τους διώξει από τα εδάφη του. [8.46.5] Αν κρίνει κανείς από τις πράξεις του, ο Τισσαφέρνης συμμεριζόταν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τις σκέψεις αυτές. Έχοντας την πεποίθηση ότι οι συμβουλές του Αλκιβιάδη ήσαν σωστές, τον περιέβαλε με όλη του την εμπιστοσύνη και έδινε ανεπαρκή ανεφοδιασμό στους Πελοποννησίους ενώ, ταυτόχρονα, δεν τους άφηνε να ναυμαχήσουν, λέγοντας ότι θα φτάσει ο φοινικικός στόλος και τότε θα μπορούν να πολεμήσουν έχοντας μεγάλη υπεροχή. Έτσι έφθειρε την κατάστασή τους και τους μείωσε πολύ το ηθικό του στόλου τους, το οποίο ήταν εξαιρετικά υψηλό. Γενικά ήταν φανερό ότι ο Τισσαφέρνης τούς βοηθούσε με τόσο λίγη προθυμία, ώστε δεν ήταν δυνατόν να μην το καταλάβουν.