Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (7.25.9-7.28.4)

[7.25.9] Ἔπεμψαν δὲ καὶ ἐς τὰς πόλεις πρέσβεις οἱ Συρακόσιοι Κορινθίων καὶ Ἀμπρακιωτῶν καὶ Λακεδαιμονίων, ἀγγέλλοντας τήν τε τοῦ Πλημμυρίου λῆψιν καὶ τῆς ναυμαχίας πέρι ὡς οὐ τῇ τῶν πολεμίων ἰσχύι μᾶλλον ἢ τῇ σφετέρᾳ ταραχῇ ἡσσηθεῖεν, τά τε ἄλλα [αὖ] δηλώσοντας ὅτι ἐν ἐλπίσιν εἰσὶ καὶ ἀξιώσοντας ξυμβοηθεῖν ἐπ᾽ αὐτοὺς καὶ ναυσὶ καὶ πεζῷ, ὡς καὶ τῶν Ἀθηναίων προσδοκίμων ὄντων ἄλλῃ στρατιᾷ καί, ἢν φθάσωσιν αὐτοὶ πρότερον διαφθείραντες τὸ παρὸν στράτευμα αὐτῶν, διαπεπολεμησόμενον. καὶ οἱ μὲν ἐν τῇ Σικελίᾳ ταῦτα ἔπρασσον.
[7.26.1] Ὁ δὲ Δημοσθένης, ἐπεὶ ξυνελέγη αὐτῷ τὸ στράτευμα ὃ ἔδει ἔχοντα ἐς τὴν Σικελίαν βοηθεῖν, ἄρας ἐκ τῆς Αἰγίνης καὶ πλεύσας πρὸς τὴν Πελοπόννησον τῷ τε Χαρικλεῖ καὶ ταῖς τριάκοντα ναυσὶ τῶν Ἀθηναίων ξυμμίσγει, καὶ παραλαβόντες τῶν Ἀργείων ὁπλίτας ἐπὶ τὰς ναῦς ἔπλεον ἐς τὴν Λακωνικήν· [7.26.2] καὶ πρῶτον μὲν τῆς Ἐπιδαύρου τι τῆς Λιμηρᾶς ἐδῄωσαν, ἔπειτα σχόντες ἐς τὰ καταντικρὺ Κυθήρων τῆς Λακωνικῆς, ἔνθα τὸ ἱερὸν τοῦ Ἀπόλλωνός ἐστι, τῆς τε γῆς ἔστιν ἃ ἐδῄωσαν καὶ ἐτείχισαν ἰσθμῶδές τι χωρίον, ἵνα δὴ οἵ τε Εἵλωτες τῶν Λακεδαιμονίων αὐτόσε αὐτομολῶσι καὶ ἅμα λῃσταὶ ἐξ αὐτοῦ, ὥσπερ ἐκ τῆς Πύλου, ἁρπαγὴν ποιῶνται. [7.26.3] καὶ ὁ μὲν Δημοσθένης εὐθὺς ἐπειδὴ ξυγκατέλαβε τὸ χωρίον παρέπλει ἐπὶ τῆς Κερκύρας, ὅπως καὶ τῶν ἐκεῖθεν ξυμμάχων παραλαβὼν τὸν ἐς τὴν Σικελίαν πλοῦν ὅτι τάχιστα ποιῆται· ὁ δὲ Χαρικλῆς περιμείνας ἕως τὸ χωρίον ἐξετείχισε καὶ καταλιπὼν φυλακὴν αὐτοῦ ἀπεκομίζετο καὶ αὐτὸς ὕστερον ταῖς τριάκοντα ναυσὶν ἐπ᾽ οἴκου καὶ οἱ Ἀργεῖοι ἅμα.
[7.27.1] Ἀφίκοντο δὲ καὶ Θρᾳκῶν τῶν μαχαιροφόρων τοῦ Διακοῦ γένους ἐς τὰς Ἀθήνας πελτασταὶ ἐν τῷ αὐτῷ θέρει τούτῳ τριακόσιοι καὶ χίλιοι, οὓς ἔδει τῷ Δημοσθένει ἐς τὴν Σικελίαν ξυμπλεῖν. [7.27.2] οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι, ὡς ὕστεροι ἧκον, διενοοῦντο αὐτοὺς πάλιν ὅθεν ἦλθον ἐς Θρᾴκην ἀποπέμπειν. τὸ γὰρ ἔχειν πρὸς τὸν ἐκ τῆς Δεκελείας πόλεμον αὐτοὺς πολυτελὲς ἐφαίνετο· δραχμὴν γὰρ τῆς ἡμέρας ἕκαστος ἐλάμβανεν. [7.27.3] ἐπειδὴ γὰρ ἡ Δεκέλεια τὸ μὲν πρῶτον ὑπὸ πάσης τῆς στρατιᾶς ἐν τῷ θέρει τούτῳ τειχισθεῖσα, ὕστερον δὲ φρουραῖς ἀπὸ τῶν πόλεων κατὰ διαδοχὴν χρόνου ἐπιούσαις τῇ χώρᾳ ἐπῳκεῖτο, πολλὰ ἔβλαπτε τοὺς Ἀθηναίους, καὶ ἐν τοῖς πρῶτον χρημάτων τ᾽ ὀλέθρῳ καὶ ἀνθρώπων φθορᾷ ἐκάκωσε τὰ πράγματα. [7.27.4] πρότερον μὲν γὰρ βραχεῖαι γιγνόμεναι αἱ ἐσβολαὶ τὸν ἄλλον χρόνον τῆς γῆς ἀπολαύειν οὐκ ἐκώλυον· τότε δὲ ξυνεχῶς ἐπικαθημένων, καὶ ὁτὲ μὲν καὶ πλεόνων ἐπιόντων, ὁτὲ δ᾽ ἐξ ἀνάγκης τῆς ἴσης φρουρᾶς καταθεούσης τε τὴν χώραν καὶ λῃστείας ποιουμένης, βασιλέως τε παρόντος τοῦ τῶν Λακεδαιμονίων Ἄγιδος, ὃς οὐκ ἐκ παρέργου τὸν πόλεμον ἐποιεῖτο, μεγάλα οἱ Ἀθηναῖοι ἐβλάπτοντο. [7.27.5] τῆς τε γὰρ χώρας ἁπάσης ἐστέρηντο, καὶ ἀνδραπόδων πλέον ἢ δύο μυριάδες ηὐτομολήκεσαν, καὶ τούτων τὸ πολὺ μέρος χειροτέχναι, πρόβατά τε πάντα ἀπωλώλει καὶ ὑποζύγια· ἵπποι τε, ὁσημέραι ἐξελαυνόντων τῶν ἱππέων πρός τε τὴν Δεκέλειαν καταδρομὰς ποιουμένων καὶ κατὰ τὴν χώραν φυλασσόντων, οἱ μὲν ἀπεχωλοῦντο ἐν γῇ ἀποκρότῳ τε καὶ ξυνεχῶς ταλαιπωροῦντες, οἱ δ᾽ ἐτιτρώσκοντο. [7.28.1] ἥ τε τῶν ἐπιτηδείων παρακομιδὴ ἐκ τῆς Εὐβοίας, πρότερον ἐκ τοῦ Ὠρωποῦ κατὰ γῆν διὰ τῆς Δεκελείας θάσσων οὖσα, περὶ Σούνιον κατὰ θάλασσαν πολυτελὴς ἐγίγνετο· τῶν τε πάντων ὁμοίως ἐπακτῶν ἐδεῖτο ἡ πόλις, καὶ ἀντὶ τοῦ πόλις εἶναι φρούριον κατέστη. [7.28.2] πρὸς γὰρ τῇ ἐπάλξει τὴν μὲν ἡμέραν κατὰ διαδοχὴν οἱ Ἀθηναῖοι φυλάσσοντες, τὴν δὲ νύκτα καὶ ξύμπαντες πλὴν τῶν ἱππέων, οἱ μὲν ἐφ᾽ ὅπλοις †ποιούμενοι†, οἱ δ᾽ ἐπὶ τοῦ τείχους, καὶ θέρους καὶ χειμῶνος ἐταλαιπωροῦντο. [7.28.3] μάλιστα δ᾽ αὐτοὺς ἐπίεζεν ὅτι δύο πολέμους ἅμα εἶχον, καὶ ἐς φιλονικίαν καθέστασαν τοιαύτην ἣν πρὶν γενέσθαι ἠπίστησεν ἄν τις ἀκούσας. τὸ γὰρ αὐτοὺς πολιορκουμένους ἐπιτειχισμῷ ὑπὸ Πελοποννησίων μηδ᾽ ὣς ἀποστῆναι ἐκ Σικελίας, ἀλλ᾽ ἐκεῖ Συρακούσας τῷ αὐτῷ τρόπῳ ἀντιπολιορκεῖν, πόλιν οὐδὲν ἐλάσσω αὐτήν γε καθ᾽ αὑτὴν τῆς τῶν Ἀθηναίων, καὶ τὸν παράλογον τοσοῦτον ποιῆσαι τοῖς Ἕλλησι τῆς δυνάμεως καὶ τόλμης, ὅσον κατ᾽ ἀρχὰς τοῦ πολέμου οἱ μὲν ἐνιαυτόν, οἱ δὲ δύο, οἱ δὲ τριῶν γε ἐτῶν οὐδεὶς πλείω χρόνον ἐνόμιζον περιοίσειν αὐτούς, εἰ οἱ Πελοποννήσιοι ἐσβάλοιεν ἐς τὴν χώραν, ὥστε ἔτει ἑπτακαιδεκάτῳ μετὰ τὴν πρώτην ἐσβολὴν ἦλθον ἐς Σικελίαν ἤδη τῷ πολέμῳ κατὰ πάντα τετρυχωμένοι, καὶ πόλεμον οὐδὲν ἐλάσσω προσανείλοντο τοῦ πρότερον ὑπάρχοντος ἐκ Πελοποννήσου. [7.28.4] δι᾽ ἃ καὶ τότε ὑπό τε τῆς Δεκελείας πολλὰ βλαπτούσης καὶ τῶν ἄλλων ἀναλωμάτων μεγάλων προσπιπτόντων ἀδύνατοι ἐγένοντο τοῖς χρήμασιν. καὶ τὴν εἰκοστὴν ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον τῶν κατὰ θάλασσαν ἀντὶ τοῦ φόρου τοῖς ὑπηκόοις ἐποίησαν, πλείω νομίζοντες ἂν σφίσι χρήματα οὕτω προσιέναι. αἱ μὲν γὰρ δαπάναι οὐχ ὁμοίως καὶ πρίν, ἀλλὰ πολλῷ μείζους καθέστασαν, ὅσῳ καὶ μείζων ὁ πόλεμος ἦν· αἱ δὲ πρόσοδοι ἀπώλλυντο.

[7.25.9] Οι Συρακούσιοι έστειλαν στις πόλεις της Σικελίας πρέσβεις Κορινθίους, Αμπρακιώτες και Λακεδαιμονίους, για ν᾽ αναγγείλουν ότι κυριεύτηκε το Πλημμύριο και ότι στην ναυμαχία είχαν νικηθεί περισσότερο από την δική τους αταξία, παρά από τη δύναμη των αντιπάλων. Έπρεπε, επίσης, να πουν ότι είχαν μεγάλες ελπίδες και ότι είχαν την αξίωση να βοηθηθούν με ναυτικό και πεζικό, επειδή και οι Αθηναίοι περίμεναν άλλο εκστρατευτικό σώμα. Αν προλάβαιναν να φτάσουν πρώτες οι ενισχύσεις, τότε, καταστρέφοντας το πρώτο εκστρατευτικό σώμα που ήταν κιόλας εκεί, θα κέρδιζαν τον πόλεμο. Αυτά γίνονταν στην Σικελία.
[7.26.1] Ο Δημοσθένης, αφού συγκέντρωσε τον στρατό που έπρεπε να έχει μαζί του για να πάει να βοηθήσει στην Σικελία, έφυγε από την Αίγινα και, παραπλέοντας την Πελοπόννησο, ενώθηκε με τον Χαρικλή και τα τριάντα αθηναϊκά καράβια. Αφού παρέλαβαν στα καράβια τους τους Αργείους οπλίτες, πήγαν στην Λακωνική. [7.26.2] Πρώτα πήγαν και κατάστρεψαν ένα μέρος της Επιδαύρου Λιμηράς κι έπειτα άραξαν στην Λακωνική, αντίκρυ από τα Κύθηρα, εκεί όπου βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνος, και ρήμαξαν μια περιοχή της. Οχύρωσαν και μια τοποθεσία που είχε σχήμα ισθμού, ώστε να μπορούν ν᾽ αυτομολούν εκεί οι Είλωτες των Λακεδαιμονίων και να έχουν μια βάση για ληστρικές επιδρομές, όπως στην Πύλο. [7.26.3] Μόλις τέλειωσε η επιχείρηση, ο Δημοσθένης, παραπλέοντας τις ακτές, έφυγε στην Κέρκυρα για να παραλάβει εκεί τις συμμαχικές μονάδες και να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην Σικελία. Ο Χαρικλής έμεινε έως ότου τελειώσει η οχύρωση της τοποθεσίας, άφησε φρουρά κι έφυγε πίσω στην Αθήνα με τα τριάντα καράβια. Συγχρόνως έφυγαν και οι Αργείοι.
[7.27.1] Το ίδιο καλοκαίρι είχαν φτάσει στην Αθήνα και Θράκες μαχαιροφόροι της Διακής φυλής, χίλιοι τριακόσιοι πελταστές που έπρεπε να φύγουν μαζί με τον Δημοσθένη στην Σικελία. [7.27.2] Αλλά επειδή έφτασαν αργά, οι Αθηναίοι είχαν σκοπό να τους στείλουν πίσω στη Θράκη. Θεωρούσαν πολυτέλεια να τους συντηρούν ενώ οι Πελοποννήσιοι τους έκαναν πόλεμο από την Δεκέλεια. Έπαιρναν μισθό μια δραχμή την ημέρα. [7.27.3] Από τότε που η Δεκέλεια είχε οχυρωθεί το καλοκαίρι εκείνο απ᾽ όλο τον στρατό μαζί και μετά έμεναν διαδοχικά φρουρές από τις διάφορες πολιτείες, τούτο αποτελούσε μόνιμη απειλή εναντίον της χώρας και προκαλούσε μεγάλες ζημίες στους Αθηναίους. Έχαναν ανθρώπους και αγαθά κι έτσι αυτό ήταν από τα χειρότερα χτυπήματα εναντίον της Αθήνας. [7.27.4] Πρωτύτερα οι εισβολές ήσαν σύντομες και δεν εμπόδιζαν να καλλιεργείται η γη τον υπόλοιπο χρόνο. Αλλ᾽ από τότε κι ύστερα που φρουρούσαν οι εχθροί συνεχώς —κι όταν δεν υπήρχαν περισσότερες μονάδες— η τακτική φρουρά, πιεζόμενη από την ανάγκη, διέτρεχε τη χώρα και ελήστευε. Ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Άγις που ήταν εκεί δεν έκανε τον πόλεμο σαν πάρεργο. Έτσι οι Αθηναίοι πάθαιναν πολλά. [7.27.5] Είχαν στερηθεί ολόκληρη τη χώρα τους και αυτομόλησαν περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες δούλοι, μεταξύ τους και πολλοί τεχνίτες. Έχασαν όλα τους τα πρόβατα και τα υποζύγια. Επειδή το ιππικό των Αθηναίων έκανε κάθε μέρα εξόδους προς την Δεκέλεια και επιτηρούσε τη χώρα, τα άλογα ή κουτσαίνονταν τρέχοντας συνεχώς σε σκληρό έδαφος ή σκοτώνονταν.
[7.28.1] Η μεταφορά του ανεφοδιασμού από την Εύβοια, που πρωτύτερα γινόταν γρήγορα από στεριά, από τον Ωρωπό, και περνούσε από την Δεκέλεια, τώρα γινόταν από θάλασσα, από το Σούνιο, και ήταν πολύ δαπανηρή. Και τώρα η πολιτεία ήταν αναγκασμένη να φέρνει απ᾽ έξω όλα όσα είχε ανάγκη και είχε γίνει περισσότερο φρούριο παρά πόλη. [7.28.2] Την ημέρα οι Αθηναίοι φύλαγαν κατά σειρά τις επάλξεις και την νύχτα φρουρούσαν όλοι (εκτός από τους ιππείς), μερικοί στις αποθήκες όπλων κι άλλοι στα τείχη και τούτο χειμώνα και καλοκαίρι και υπέφεραν πολύ. [7.28.3] Εκείνο που τους πίεζε περισσότερο ήταν ότι είχαν, τώρα, δύο πολέμους και το πείσμα που τους έπιασε να νικήσουν θα ήταν δύσκολο να το φανταστεί κανείς αν τ᾽ άκουγε πρωτύτερα. Δηλαδή ενώ ήσαν σαν πολιορκημένοι από τους Πελοποννησίους, αντί να εκκενώσουν την Σικελία, πολιορκούσαν κι εκείνοι με τον ίδιο τρόπο τις Συρακούσες, πολιτεία που ήταν μεγάλη όσο η Αθήνα. Προκαλούσαν την έκπληξη των Ελλήνων με την ανεξάντλητη δύναμη και τόλμη τους ενώ, όταν άρχιζε ο πόλεμος, πολλοί έλεγαν ότι θα κρατήσουν ένα χρόνο, άλλοι δύο και κανείς δεν πίστευε ότι θα κρατούσαν περισσότερο από τρία χρόνια, αν οι Πελοποννήσιοι έκαναν εισβολή στην Αττική. Και να, τώρα, δέκα επτά χρόνια μετά την πρώτη εισβολή, πήγαν στην Σικελία, εξαντλημένοι κιόλας από τον πόλεμο, και ανάλαβαν το βάρος ενός νέου πολέμου που δεν ήταν μικρότερος από εκείνον που είχαν εναντίον των ΙΙελοποννησίων. [7.28.4] Για τον λόγο αυτόν, τότε, και από τις ζημίες που πάθαιναν εξαιτίας της Δεκέλειας, όσο και από τα άλλα μεγάλα βάρη που έπρεπε ν᾽ αντιμετωπίσουν, τα οικονομικά τους δυσκολεύτηκαν πολύ. Την εποχή εκείνη, αντί του φόρου επέβαλαν στους υπηκόους τους να πληρώνουν το εικοστό της αξίας των θαλασσίων μεταφορών ελπίζοντας ότι έτσι θα εισέπρατταν περισσότερα χρήματα. Τα έξοδα δεν ήσαν τα ίδια όπως πριν, αλλά είχαν αυξηθεί πάρα πολύ, ανάλογα με την επέκταση του πολέμου, ενώ, αντίθετα, τα έσοδά τους λιγόστευαν.