Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (5.63.1-5.65.6)

[5.63.1] Λακεδαιμόνιοι δὲ ἐπειδὴ ἀνεχώρησαν ἐξ Ἄργους τὰς τετραμήνους σπονδὰς ποιησάμενοι, Ἆγιν ἐν μεγάλῃ αἰτίᾳ εἶχον οὐ χειρωσάμενον σφίσιν Ἄργος, παρασχὸν καλῶς ὡς οὔπω πρότερον αὐτοὶ ἐνόμιζον· ἁθρόους γὰρ τοσούτους ξυμμάχους καὶ τοιούτους οὐ ῥᾴδιον εἶναι λαβεῖν. [5.63.2] ἐπειδὴ δὲ καὶ περὶ Ὀρχομενοῦ ἠγγέλλετο ἑαλωκέναι, πολλῷ δὴ μᾶλλον ἐχαλέπαινον καὶ ἐβούλευον εὐθὺς ὑπ᾽ ὀργῆς παρὰ τὸν τρόπον τὸν ἑαυτῶν ὡς χρὴ τήν τε οἰκίαν αὐτοῦ κατασκάψαι καὶ δέκα μυριάσι δραχμῶν ζημιῶσαι. [5.63.3] ὁ δὲ παρῃτεῖτο μηδὲν τούτων δρᾶν· ἔργῳ γὰρ ἀγαθῷ ῥύσεσθαι τὰς αἰτίας στρατευσάμενος, ἢ τότε ποιεῖν αὐτοὺς ὅτι βούλονται. [5.63.4] οἱ δὲ τὴν μὲν ζημίαν καὶ τὴν κατασκαφὴν ἐπέσχον, νόμον δὲ ἔθεντο ἐν τῷ παρόντι, ὃς οὔπω πρότερον ἐγένετο αὐτοῖς· δέκα γὰρ ἄνδρας Σπαρτιατῶν προσείλοντο αὐτῷ ξυμβούλους, ἄνευ ὧν μὴ κύριον εἶναι ἀπάγειν στρατιὰν ἐκ τῆς πόλεως.
[5.64.1] Ἐν τούτῳ δ᾽ ἀφικνεῖται αὐτοῖς ἀγγελία παρὰ τῶν ἐπιτηδείων ἐκ Τεγέας ὅτι, εἰ μὴ παρέσονται ἐν τάχει, ἀποστήσεται αὐτῶν Τεγέα πρὸς Ἀργείους καὶ τοὺς ξυμμάχους καὶ ὅσον οὐκ ἀφέστηκεν. [5.64.2] ἐνταῦθα δὴ βοήθεια τῶν Λακεδαιμονίων γίγνεται αὐτῶν τε καὶ τῶν Εἱλώτων πανδημεὶ ὀξεῖα καὶ οἵα οὔπω πρότερον. [5.64.3] ἐχώρουν δὲ ἐς Ὀρέσθειον τῆς Μαιναλίας· καὶ τοῖς μὲν Ἀρκάδων σφετέροις οὖσι ξυμμάχοις προεῖπον ἁθροισθεῖσιν ἰέναι κατὰ πόδας αὐτῶν ἐς Τεγέαν, αὐτοὶ δὲ μέχρι μὲν τοῦ Ὀρεσθείου πάντες ἐλθόντες, ἐκεῖθεν δὲ τὸ ἕκτον μέρος σφῶν αὐτῶν ἀποπέμψαντες ἐπ᾽ οἴκου, ἐν ᾧ τὸ πρεσβύτερόν τε καὶ τὸ νεώτερον ἦν, ὥστε τὰ οἴκοι φρουρεῖν, τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἀφικνοῦνται ἐς Τεγέαν. καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον οἱ ξύμμαχοι ἀπ᾽ Ἀρκάδων παρῆσαν. [5.64.4] πέμπουσι δὲ καὶ ἐς τὴν Κόρινθον καὶ Βοιωτοὺς καὶ Φωκέας καὶ Λοκρούς, βοηθεῖν κελεύοντες κατὰ τάχος ἐς Μαντίνειαν. ἀλλὰ τοῖς μὲν ἐξ ὀλίγου τε ἐγίγνετο, καὶ οὐ ῥᾴδιον ἦν μὴ ἁθρόοις καὶ ἀλλήλους περιμείνασι διελθεῖν τὴν πολεμίαν (ξυνέκλῃε γὰρ διὰ μέσου), ὅμως δὲ ἠπείγοντο. [5.64.5] Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀναλαβόντες τοὺς παρόντας Ἀρκάδων ξυμμάχους ἐσέβαλον ἐς τὴν Μαντινικήν, καὶ στρατοπεδευσάμενοι πρὸς τῷ Ἡρακλείῳ ἐδῄουν τὴν γῆν.
[5.65.1] Οἱ δ᾽ Ἀργεῖοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ὡς εἶδον αὐτούς, καταλαβόντες χωρίον ἐρυμνὸν καὶ δυσπρόσοδον παρετάξαντο ὡς ἐς μάχην. [5.65.2] καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι εὐθὺς αὐτοῖς ἐπῇσαν· καὶ μέχρι μὲν λίθου καὶ ἀκοντίου βολῆς ἐχώρησαν, ἔπειτα τῶν πρεσβυτέρων τις Ἄγιδι ἐπεβόησεν, ὁρῶν πρὸς χωρίον καρτερὸν ἰόντας σφᾶς, ὅτι διανοεῖται κακὸν κακῷ ἰᾶσθαι, δηλῶν τῆς ἐξ Ἄργους ἐπαιτίου ἀναχωρήσεως τὴν παροῦσαν ἄκαιρον προθυμίαν ἀνάληψιν βουλόμενον εἶναι. [5.65.3] ὁ δέ, εἴτε καὶ διὰ τὸ ἐπιβόημα εἴτε καὶ αὐτῷ ἄλλο τι ἢ κατὰ τὸ αὐτὸ δόξαν ἐξαίφνης, πάλιν τὸ στράτευμα κατὰ τάχος πρὶν ξυμμεῖξαι ἀπῆγεν. [5.65.4] καὶ ἀφικόμενος πρὸς τὴν Τεγεᾶτιν τὸ ὕδωρ ἐξέτρεπεν ἐς τὴν Μαντινικήν, περὶ οὗπερ ὡς τὰ πολλὰ βλάπτοντος ὁποτέρωσε ἂν ἐσπίπτῃ Μαντινῆς καὶ Τεγεᾶται πολεμοῦσιν. ἐβούλετο δὲ τοὺς ἀπὸ τοῦ λόφου βοηθοῦντας ἐπὶ τὴν τοῦ ὕδατος ἐκτροπήν, ἐπειδὰν πύθωνται, καταβιβάσαι [τοὺς Ἀργείους καὶ τοὺς ξυμμάχους] καὶ ἐν τῷ ὁμαλῷ τὴν μάχην ποιεῖσθαι. [5.65.5] καὶ ὁ μὲν τὴν ἡμέραν ταύτην μείνας αὐτοῦ περὶ τὸ ὕδωρ ἐξέτρεπεν· οἱ δ᾽ Ἀργεῖοι καὶ οἱ ξύμμαχοι τὸ μὲν πρῶτον καταπλαγέντες τῇ ἐξ ὀλίγου αἰφνιδίῳ αὐτῶν ἀναχωρήσει οὐκ εἶχον ὅτι εἰκάσωσιν· εἶτα ἐπειδὴ ἀναχωροῦντες ἐκεῖνοί τε ἀπέκρυψαν καὶ σφεῖς ἡσύχαζον καὶ οὐκ ἐπηκολούθουν, ἐνταῦθα τοὺς ἑαυτῶν στρατηγοὺς αὖθις ἐν αἰτίᾳ εἶχον τό τε πρότερον καλῶς ληφθέντας πρὸς Ἄργει Λακεδαιμονίους ἀφεθῆναι καὶ νῦν ὅτι ἀποδιδράσκοντας οὐδεὶς ἐπιδιώκει, ἀλλὰ καθ᾽ ἡσυχίαν οἱ μὲν σῴζονται, σφεῖς δὲ προδίδονται. [5.65.6] οἱ δὲ στρατηγοὶ ἐθορυβήθησαν μὲν τὸ παραυτίκα, ὕστερον δὲ ἀπάγουσιν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ λόφου καὶ προελθόντες ἐς τὸ ὁμαλὸν ἐστρατοπεδεύσαντο ὡς ἰόντες ἐπὶ τοὺς πολεμίους.

[5.63.1] Από το Άργος οι Λακεδαιμόνιοι είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους αφού είχαν κάνει την τετράμηνη ανακωχή και κατηγορούσαν έντονα τον Άγι επειδή δεν είχε κυριέψει το Άργος, ενώ είχε ευκαιρία, η οποία, καθώς πίστευαν, δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ πριν, γιατί δεν ήταν εύκολο να συγκεντρώσουν τόσες πολλές και τόσο επίλεκτες συμμαχικές μονάδες. [5.63.2] Και όταν έφτασε στην Σπάρτη η είδηση ότι και ο Ορχομενός είχε κυριευτεί, τότε η δυσαρέσκεια μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και, παρασυρμένοι από τον θυμό τους, αποφάσισαν, παρά την συνήθειά τους, να κατεδαφίσουν το σπίτι του Άγι και να του επιβάλουν πρόστιμο εκατό χιλιάδες δραχμές. [5.63.3] Αλλά ο Άγις τους παρακάλεσε θερμά να μην κάνουν τίποτε, λέγοντας ότι στην επόμενη εκστρατεία, θα επανόρθωνε το σφάλμα του με γενναία συμπεριφορά και ότι, αν δεν το κατόρθωνε, τότε ας κάνουν οι Λακεδαιμόνιοι ό,τι θέλουν. [5.63.4] Οι Λακεδαιμόνιοι ανέβαλαν την επιβολή του προστίμου και την κατεδάφιση αλλά, με την αφορμή αυτή, θέσπισαν νόμο πρωτοφανή, που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία τους. Διόρισαν δέκα Σπαρτιάτες συμβούλους του Άγι και όρισαν ότι χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους δεν θα μπορούσε να βγει από την πολιτεία με στρατό για εκστρατεία.
[5.64.1] Στο μεταξύ έφτασε πληροφορία από τους φίλους στην Τεγέα, ότι αν δεν πάνε εκεί αμέσως, θ᾽ αποστατήσουν οι Τεγεάτες και θα συμμαχήσουν με το Άργος και ότι λίγο έλειψε να συντελεστεί η αποστασία. [5.64.2] Τότε οι Λακεδαιμόνιοι με βία που δεν είχαν δείξει ποτέ πριν, ξεκίνησαν με όλο τον στρατό τους και με τους είλωτες. [5.64.3] Προχώρησαν προς το Ορέσθειον της Μαιναλίας και παράγγειλαν στους Αρκάδες συμμάχους τους να συγκεντρωθούν και να τους ακολουθήσουν ευθύς στην Τεγέα. Οι ίδιοι, όταν έφτασαν στο Ορέσθειον μ᾽ όλον τον στρατό τους, έστειλαν πίσω στην Σπάρτη το έκτο της δύναμής τους, δηλαδή τους γεροντότερους και τους νεότερους στρατιώτες, για να φρουρούν την πολιτεία, και, με τον υπόλοιπο στρατό, έφτασαν στην Τεγέα. Λίγο αργότερα έφτασαν εκεί και οι Αρκάδες σύμμαχοί τους. [5.64.4] Έστειλαν και στην Κόρινθο, στους Βοιωτούς, στους Φωκείς και στους Λοκρούς, παραγγέλλοντάς τους να στείλουν γρήγορα βοήθεια στην Μαντίνεια. Αλλά τα περιθώρια χρόνου ήσαν μικρά και δεν ήταν εύκολο στους συμμάχους αυτούς, αν δεν περίμεναν ο ένας τον άλλον για να συγκεντρωθούν, να διασχίσουν όλοι μαζί τα εχθρικά εδάφη που τους χώριζαν από την Μαντίνεια. Έκαναν όμως όσο μπορούσαν πιο γρήγορα. [5.64.5] Οι Λακεδαιμόνιοι πήραν μαζί τους τούς Αρκάδες συμμάχους που ήσαν εκεί κι έκαναν εισβολή στο έδαφος της Μαντίνειας. Έστησαν στρατόπεδο κοντά στον ναό του Ηρακλή και άρχισαν να καταστρέφουν την γη.
[5.65.1] Όταν οι Αργείοι και οι σύμμαχοί τους τους είδαν, έπιασαν μια τοποθεσία δύσκολη και οχυρή και παρατάχτηκαν για μάχη. [5.65.2] Οι Λακεδαιμόνιοι προχώρησαν αμέσως κατά πάνω τους κι έφτασαν σε απόσταση βολής ακοντίου ή πέτρας, αλλά τότε ένας παλαίμαχος, βλέποντας ότι κάνουν επίθεση εναντίον δύσκολης τοποθεσίας, φώναξε του Άγι ότι προσπαθεί να επανορθώσει ένα κακό με άλλο κακό, εννοώντας ότι με την βιαστική αυτή και παράτολμη κίνηση είχε σκοπό να εξαλείψει το σφάλμα του όταν είχε αποχωρήσει από το Άργος. [5.65.3] Ο Άγις, είτε εξαιτίας της φωνής αυτής, είτε επειδή ο ίδιος είχε αλλάξει γνώμη, ξαφνικά απέσυρε τον στρατό του προτού αρχίσει συμπλοκή. [5.65.4] Έφτασε στα σύνορα της Τεγέας κι έκανε έργα για να γυρίσει προς το έδαφος της Μαντίνειας τα νερά τα οποία είναι αιτία πολέμου μεταξύ Τεγέας και Μαντίνειας, επειδή προκαλούν μεγάλες καταστροφές στην περιοχή προς την οποία ρέουν. Με τον τρόπο αυτόν ο Άγις ήθελε να εξαναγκάσει τους Αργείους και τους συμμάχους να κατεβούν, όταν το μάθαιναν, από τον οχυρό λόφο, για να εμποδίσουν τα έργα του κι έτσι να δώσουν μάχη σε ομαλό έδαφος. [5.65.5] Οι Αργείοι πάλι και οι σύμμαχοί τους ξαφνιάστηκαν πολύ με την απότομη υποχώρηση του εχθρού που είχε πλησιάσει τόσο κοντά, και δεν ήξεραν τί να σκεφθούν. Έπειτα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι απομακρύνθηκαν και δεν φαίνονταν πια, έμειναν εκεί και δεν τους καταδίωκαν. Άρχισαν πάλι να κατηγορούν τους στρατηγούς τους επειδή και πρωτύτερα, όταν είχαν βάλει σε δύσκολη, τάχα, θέση τους Λακεδαιμονίους κοντά στο Άργος, τους είχαν αφήσει να φύγουν, και τώρα δεν τους καταδίωκε κανείς. Υποχωρούσαν έτσι με την ησυχία τους και τούτο ήταν προδοσία. [5.65.6] Την πρώτη στιγμή οι στρατηγοί ταράχτηκαν, αλλά μετά κατέβασαν τον στρατό από τον λόφο και στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα με σκοπό να προχωρήσουν εναντίον του εχθρού.