Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (4.87.2-4.90.4)

[4.87.2] «Εἰ δ᾽ ἐμοῦ ταῦτα προϊσχομένου ἀδύνατοι μὲν φήσετε εἶναι, εὖνοι δ᾽ ὄντες ἀξιώσετε μὴ κακούμενοι διωθεῖσθαι καὶ τὴν ἐλευθερίαν μὴ ἀκίνδυνον ὑμῖν φαίνεσθαι, δίκαιόν τε εἶναι, οἷς καὶ δυνατὸν δέχεσθαι αὐτήν, τούτοις καὶ ἐπιφέρειν, ἄκοντα δὲ μηδένα προσαναγκάζειν, μάρτυρας μὲν θεοὺς καὶ ἥρως τοὺς ἐγχωρίους ποιήσομαι ὡς ἐπ᾽ ἀγαθῷ ἥκων οὐ πείθω, γῆν δὲ τὴν ὑμετέραν δῃῶν πειράσομαι βιάζεσθαι, [4.87.3] καὶ οὐκ ἀδικεῖν ἔτι νομιῶ, προσεῖναι δέ τί μοι καὶ κατὰ δύο ἀνάγκας τὸ εὔλογον, τῶν μὲν Λακεδαιμονίων, ὅπως μὴ τῷ ὑμετέρῳ εὔνῳ, εἰ μὴ προσαχθήσεσθε, τοῖς ἀπὸ ὑμῶν χρήμασι φερομένοις παρ᾽ Ἀθηναίους βλάπτωνται, οἱ δὲ Ἕλληνες ἵνα μὴ κωλύωνται ὑφ᾽ ὑμῶν δουλείας ἀπαλλαγῆναι. [4.87.4] οὐ γὰρ δὴ εἰκότως γ᾽ ἂν τάδε πράσσοιμεν, οὐδὲ ὀφείλομεν οἱ Λακεδαιμόνιοι μὴ κοινοῦ τινὸς ἀγαθοῦ αἰτίᾳ τοὺς μὴ βουλομένους ἐλευθεροῦν· [4.87.5] οὐδ᾽ αὖ ἀρχῆς ἐφιέμεθα, παῦσαι δὲ μᾶλλον ἑτέρους σπεύδοντες τοὺς πλείους ἂν ἀδικοῖμεν, εἰ ξύμπασιν αὐτονομίαν ἐπιφέροντες ὑμᾶς τοὺς ἐναντιουμένους περιίδοιμεν. [4.87.6] πρὸς ταῦτα βουλεύεσθε εὖ, καὶ ἀγωνίσασθε τοῖς τε Ἕλλησιν ἄρξαι πρῶτοι ἐλευθερίας καὶ ἀίδιον δόξαν καταθέσθαι, καὶ αὐτοὶ τά τε ἴδια μὴ βλαφθῆναι καὶ ξυμπάσῃ τῇ πόλει τὸ κάλλιστον ὄνομα περιθεῖναι.»
[4.88.1] Ὁ μὲν Βρασίδας τοσαῦτα εἶπεν. οἱ δὲ Ἀκάνθιοι, πολλῶν λεχθέντων πρότερον ἐπ᾽ ἀμφότερα, κρύφα διαψηφισάμενοι, διά τε τὸ ἐπαγωγὰ εἰπεῖν τὸν Βρασίδαν καὶ περὶ τοῦ καρποῦ φόβῳ ἔγνωσαν οἱ πλείους ἀφίστασθαι Ἀθηναίων, καὶ πιστώσαντες αὐτὸν τοῖς ὅρκοις οὓς τὰ τέλη τῶν Λακεδαιμονίων ὀμόσαντα αὐτὸν ἐξέπεμψαν, ἦ μὴν ἔσεσθαι ξυμμάχους αὐτονόμους οὓς ἂν προσαγάγηται, οὕτω δέχονται τὸν στρατόν. [4.88.2] καὶ οὐ πολὺ ὕστερον καὶ Στάγιρος Ἀνδρίων ἀποικία ξυναπέστη. ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ θέρει τούτῳ ἐγένετο.
[4.89.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου χειμῶνος εὐθὺς ἀρχομένου, ὡς τῷ Ἱπποκράτει καὶ Δημοσθένει στρατηγοῖς οὖσιν Ἀθηναίων τὰ ἐν τοῖς Βοιωτοῖς ἐνεδίδοτο καὶ ἔδει τὸν μὲν Δημοσθένη ταῖς ναυσὶν ἐς τὰς Σίφας ἀπαντῆσαι, τὸν δ᾽ ἐπὶ τὸ Δήλιον, γενομένης διαμαρτίας τῶν ἡμερῶν ἐς ἃς ἔδει ἀμφοτέρους στρατεύειν, ὁ μὲν Δημοσθένης πρότερον πλεύσας πρὸς τὰς Σίφας καὶ ἔχων ἐν ταῖς ναυσὶν Ἀκαρνᾶνας καὶ τῶν ἐκεῖ πολλοὺς ξυμμάχων, ἄπρακτος γίγνεται μηνυθέντος τοῦ ἐπιβουλεύματος ὑπὸ Νικομάχου ἀνδρὸς Φωκέως ἐκ Φανοτέως, ὃς Λακεδαιμονίοις εἶπεν, ἐκεῖνοι δὲ Βοιωτοῖς· [4.89.2] καὶ βοηθείας γενομένης πάντων Βοιωτῶν (οὐ γάρ πω Ἱπποκράτης παρελύπει ἐν τῇ γῇ ὤν) προκαταλαμβάνονται αἵ τε Σῖφαι καὶ ἡ Χαιρώνεια. ὡς δὲ ᾔσθοντο οἱ πράσσοντες τὸ ἁμάρτημα, οὐδὲν ἐκίνησαν τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν. [4.90.1] ὁ δὲ Ἱπποκράτης ἀναστήσας Ἀθηναίους πανδημεί, αὐτοὺς καὶ τοὺς μετοίκους καὶ ξένων ὅσοι παρῆσαν ὕστερος ἀφικνεῖται ἐπὶ τὸ Δήλιον, ἤδη τῶν Βοιωτῶν ἀνακεχωρηκότων ἀπὸ τῶν Σιφῶν· καὶ καθίσας τὸν στρατὸν Δήλιον ἐτείχιζε τοιῷδε τρόπῳ [τὸ ἱερὸν τοῦ Ἀπόλλωνος]. [4.90.2] τάφρον μὲν κύκλῳ περὶ τὸ ἱερὸν καὶ τὸν νεὼν ἔσκαπτον, ἐκ δὲ τοῦ ὀρύγματος ἀνέβαλλον ἀντὶ τείχους τὸν χοῦν, καὶ σταυροὺς παρακαταπηγνύντες, ἄμπελον κόπτοντες τὴν περὶ τὸ ἱερὸν ἐσέβαλλον καὶ λίθους ἅμα καὶ πλίνθον ἐκ τῶν οἰκοπέδων τῶν ἐγγὺς καθαιροῦντες, καὶ παντὶ τρόπῳ ἐμετεώριζον τὸ ἔρυμα. πύργους τε ξυλίνους κατέστησαν ᾗ καιρὸς ἦν καὶ τοῦ ἱεροῦ οἰκοδόμημα οὐδὲν ὑπῆρχεν· ἥπερ γὰρ ἦν στοὰ κατεπεπτώκει. [4.90.3] ἡμέρᾳ δὲ ἀρξάμενοι τρίτῃ ὡς οἴκοθεν ὥρμησαν ταύτην τε εἰργάζοντο καὶ τὴν τετάρτην καὶ τῆς πέμπτης μέχρι ἀρίστου. [4.90.4] ἔπειτα, ὡς τὰ πλεῖστα ἀπετετέλεστο, τὸ μὲν στρατόπεδον προαπεχώρησεν ἀπὸ τοῦ Δηλίου οἷον δέκα σταδίους ὡς ἐπ᾽ οἴκου πορευόμενον, καὶ οἱ μὲν ψιλοὶ οἱ πλεῖστοι εὐθὺς ἐχώρουν, οἱ δ᾽ ὁπλῖται θέμενοι τὰ ὅπλα ἡσύχαζον· Ἱπποκράτης δὲ ὑπομένων ἔτι καθίστατο φυλακάς τε καὶ τὰ περὶ τὸ προτείχισμα, ὅσα ἦν ὑπόλοιπα, ὡς χρῆν ἐπιτελέσαι.

[4.87.2] Αν όμως, ενώ εγώ σας κάνω τέτοιες προτάσεις, σεις αποκριθείτε ότι δεν μπορείτε να τις δεχτείτε, ότι έχετε την αξίωση, επειδή έχετε φιλικά για μας αισθήματα, να μην ζημιωθείτε από μας για την αρνητική σας απάντηση, αν πείτε ότι η ελευθερία που σας προσφέρομε δημιουργεί κινδύνους και ότι σωστό είναι να προσφέρεται μόνο σ᾽ εκείνους που μπορούν να την δεχτούν, αλλά ότι δεν είναι δίκαιο να την επιβάλομε σε κάποιον παρά την θέλησή του, τότε, ας είναι μάρτυρές μου οι Θεοί και οι ήρωες του τόπου σας, ότι δεν μπόρεσα να σας πείσω πως ήρθα εδώ για καλό. Τότε θα προσπαθήσω να σας αναγκάσω, καταστρέφοντας την γη σας. [4.87.3] Δεν θα θεωρήσω ότι κάνω πράξη άδικη, γιατί θα την δικαιολογούν δύο ανάγκες. Ότι δεν πρέπει (αν αρνηθείτε να έρθετε με το μέρος μας, σεις που λέτε ότι είστε φίλοι μας) να ζημιώνονται οι Λακεδαιμόνιοι αφού θα εξακολουθείτε να πληρώνετε φόρο στην Αθήνα. Ότι δεν πρέπει σεις να σταθείτε εμπόδιο για ν᾽ αποτινάξουν τον ζυγό οι άλλοι Έλληνες. [4.87.4] Δεν θα ενεργούσαμε δίκαια χωρίς τους δύο αυτούς λόγους, ούτε θα είχαμε, εμείς οι Λακεδαιμόνιοι, την υποχρέωση να επιβάλομε την ελευθερία σ᾽ εκείνους που δεν την θέλουν αν δεν το απαιτούσε το γενικό συμφέρον. [4.87.5] Δεν επιδιώκομε να επιβάλομε την ηγεμονία μας, αλλά θέλομε, αντίθετα, να καταλύσομε την ηγεμονία των άλλων και θα αδικούσαμε τότε τους πολλούς αν, την στιγμή που πάμε να εξασφαλίσομε την ανεξαρτησία σε όλους, παραβλέπαμε το γεγονός ότι σεις εναντιώνεστε στα σχέδιά μας. [4.87.6] Σκεφθείτε τα καλά όλα αυτά και πάρτε την σωστή απόφαση ν᾽ αγωνισθείτε, για ν᾽ αρχίσετε, πρώτοι, την απελευθέρωση των Ελλήνων, για ν᾽ αποκτήσετε αιώνια δόξα. Έτσι οι περιουσίες σας δεν θα καταστραφούν και θα εξασφαλίσετε για την πολιτεία σας την καλύτερη φήμη».
[4.88.1] Αυτά, περίπου, είπε ο Βρασίδας και οι Ακάνθιοι, αφού προηγουμένως μίλησαν πολλοί υπέρ και κατά, έκαναν μυστική ψηφοφορία και η πλειοψηφία αποφάσισε να εγκαταλειφθεί η συμμαχία των Αθηναίων. Επηρεάστηκαν και από τα όσα πειστικά είχε πει ο Βρασίδας και από τον φόβο για την εσοδεία τους. Δέχτηκαν, λοιπόν, τον στρατό του, αφού, όμως, τον δέσμευσαν με τους ίδιους όρκους με τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι είχαν δεθεί προτού τον στείλουν στην εκστρατεία, δηλαδή ότι θα άφηναν αυτόνομες όλες τις πολιτείες τις οποίες θα έπειθε ο Βρασίδας να πάνε με το μέρος του. [4.88.2] Λίγο αργότερα αποστάτησε και η Στάγειρος, αποικία της Άνδρου. Αυτά έγιναν εκείνο το καλοκαίρι.
[4.89.1] Μόλις άρχισε ο επόμενος χειμώνας και καθώς οι επιχειρήσεις στην Βοιωτία είχαν ανατεθεί στους Αθηναίους στρατηγούς Δημοσθένη και Ιπποκράτη, έπρεπε ο Δημοσθένης να πάει με τα καράβια του στις Σίφες και ο Ιπποκράτης να βαδίσει στο Δήλιον. Αλλά έγινε λάθος στην ημέρα που έπρεπε και οι δύο να ξεκινήσουν. Πρώτος έφτασε ο Δημοσθένης στις Σίφες, έχοντας στα καράβια του Ακαρνάνες και πολλούς άλλους συμμάχους της περιοχής, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τίποτε, γιατί το σχέδιο προδόθηκε από τον Φωκέα Νικόμαχο από τον Φανοτέα, που το φανέρωσε στους Λακεδαιμονίους κι εκείνοι το μήνυσαν στους Βοιωτούς. [4.89.2] Επειδή ο Ιπποκράτης δεν είχε ακόμα φτάσει στο έδαφός τους για να τους δημιουργήσει αντιπερισπασμό, όλοι οι Βοιωτοί έτρεξαν να βοηθήσουν και πρόλαβαν να πιάσουν τις Σίφες και την Χαιρώνεια. Έτσι, όταν όσοι είχαν συνεννοηθεί με τους Αθηναίους κατάλαβαν το λάθος, δεν αποπειράθηκαν να δημιουργήσουν ταραχές μέσα στις πολιτείες.
[4.90.1] Ο Ιπποκράτης, αφού έκανε γενική επιστράτευση και των Αθηναίων και των μετοίκων και όσων ξένων παρεπιδημούσαν στην Αθήνα, έφτασε με καθυστέρηση στο Δήλιον, ενώ οι Βοιωτοί είχαν κιόλας φύγει από τις Σίφες. Αφού οργάνωσε στρατόπεδο, άρχισε να περιτειχίζει το Δήλιο με τον ακόλουθο τρόπο. [4.90.2] Πρώτ᾽ απ᾽ όλα έσκαψαν μια κυκλική τάφρο γύρω από το ιερό του Απόλλωνος. Με το χώμα που έβγαζαν κατασκεύασαν ένα προτείχισμα που το ενίσχυσαν με σταυρωτούς πασσάλους και κληματόβεργες που έκοβαν από τα γύρω αμπέλια. Πήραν και πέτρες και τούβλα από τα γύρω κτίρια που γκρέμιζαν, και μεταχειρίστηκαν ό,τι μπορούσαν για να υψώσουν το περιτείχισμα. Κατασκεύασαν και ξύλινους πύργους στα κατάλληλα σημεία και κυρίως εκεί όπου δεν υπήρχε χτιστός περίβολος του ιερού, γιατί η στοά που υπήρχε πριν, είχε γκρεμιστεί. [4.90.3] Άρχισαν να δουλεύουν την τρίτη μέρα μετά την αναχώρησή τους απ᾽ την Αθήνα. Εργάστηκαν όλη εκείνη την ημέρα και την τετάρτη και την πέμπτη ώς την ώρα του φαγητού. [4.90.4] Έπειτα, επειδή είχαν τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας, το κύριο σώμα του στρατού έφυγε για να γυρίσει στην Αθήνα και βάδισε δέκα, περίπου, στάδια από το Δήλιον. Οι ψιλοί εξακολούθησαν να βαδίζουν, ενώ οι οπλίτες αποθέσαν τα όπλα τους και ξεκουράστηκαν. Ο Ιπποκράτης είχε μείνει στο Δήλιον για να οργανώσει την φρουρά και να συμπληρώσει, όπου έπρεπε, την οχύρωση.