Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (4.32.1-4.35.4)

[4.32.1] Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τοὺς μὲν πρώτους φύλακας, οἷς ἐπέδραμον, εὐθὺς διαφθείρουσιν ἔν τε ταῖς εὐναῖς ἔτι καὶ ἀναλαμβάνοντας τὰ ὅπλα, λαθόντες τὴν ἀπόβασιν, οἰομένων αὐτῶν τὰς ναῦς κατὰ τὸ ἔθος ἐς ἔφορμον τῆς νυκτὸς πλεῖν. [4.32.2] ἅμα δὲ ἕῳ γιγνομένῃ καὶ ὁ ἄλλος στρατὸς ἀπέβαινεν, ἐκ μὲν νεῶν ἑβδομήκοντα καὶ ὀλίγῳ πλεόνων πάντες πλὴν θαλαμιῶν, ὡς ἕκαστοι ἐσκευασμένοι, τοξόται δὲ ὀκτακόσιοι καὶ πελτασταὶ οὐκ ἐλάσσους τούτων, Μεσσηνίων τε οἱ βεβοηθηκότες καὶ οἱ ἄλλοι ὅσοι περὶ Πύλον κατεῖχον πάντες πλὴν τῶν ἐπὶ τοῦ τείχους φυλάκων. [4.32.3] Δημοσθένους δὲ τάξαντος διέστησαν κατὰ διακοσίους τε καὶ πλείους, ἔστι δ᾽ ᾗ ἐλάσσους, τῶν χωρίων τὰ μετεωρότατα λαβόντες, ὅπως ὅτι πλείστη ἀπορία ᾖ τοῖς πολεμίοις πανταχόθεν κεκυκλωμένοις καὶ μὴ ἔχωσι πρὸς ὅτι ἀντιτάξωνται, ἀλλ᾽ ἀμφίβολοι γίγνωνται τῷ πλήθει, εἰ μὲν τοῖς πρόσθεν ἐπίοιεν, ὑπὸ τῶν κατόπιν βαλλόμενοι, εἰ δὲ τοῖς πλαγίοις, ὑπὸ τῶν ἑκατέρωθεν παρατεταγμένων. [4.32.4] κατὰ νώτου τε αἰεὶ ἔμελλον αὐτοῖς, ᾗ χωρήσειαν, οἱ πολέμιοι ἔσεσθαι ψιλοὶ καὶ οἱ ἀπορώτατοι, τοξεύμασι καὶ ἀκοντίοις καὶ λίθοις καὶ σφενδόναις ἐκ πολλοῦ ἔχοντες ἀλκήν, οἷς μηδὲ ἐπελθεῖν οἷόν τε ἦν· φεύγοντές τε γὰρ ἐκράτουν καὶ ἀναχωροῦσιν ἐπέκειντο.
Τοιαύτῃ μὲν γνώμῃ ὁ Δημοσθένης τό τε πρῶτον τὴν ἀπόβασιν ἐπενόει καὶ ἐν τῷ ἔργῳ ἔταξεν· [4.33.1] οἱ δὲ περὶ τὸν Ἐπιτάδαν καὶ ὅπερ ἦν πλεῖστον τῶν ἐν τῇ νήσῳ, ὡς εἶδον τό τε πρῶτον φυλακτήριον διεφθαρμένον καὶ στρατὸν σφίσιν ἐπιόντα, ξυνετάξαντο καὶ τοῖς ὁπλίταις τῶν Ἀθηναίων ἐπῇσαν, βουλόμενοι ἐς χεῖρας ἐλθεῖν· ἐξ ἐναντίας γὰρ οὗτοι καθειστήκεσαν, ἐκ πλαγίου δὲ οἱ ψιλοὶ καὶ κατὰ νώτου. [4.33.2] τοῖς μὲν οὖν ὁπλίταις οὐκ ἐδυνήθησαν προσμεῖξαι οὐδὲ τῇ σφετέρᾳ ἐμπειρίᾳ χρήσασθαι· οἱ γὰρ ψιλοὶ ἑκατέρωθεν βάλλοντες εἶργον, καὶ ἅμα ἐκεῖνοι οὐκ ἀντεπῇσαν, ἀλλ᾽ ἡσύχαζον· τοὺς δὲ ψιλούς, ᾗ μάλιστα αὐτοῖς ἐπιθέοντες προσκέοιντο, ἔτρεπον, καὶ οἳ ὑποστρέφοντες ἠμύνοντο, ἄνθρωποι κούφως τε ἐσκευασμένοι καὶ προλαμβάνοντες ῥᾳδίως τῆς φυγῆς χωρίων τε χαλεπότητι καὶ ὑπὸ τῆς πρὶν ἐρημίας τραχέων ὄντων, ἐν οἷς οἱ Λακεδαιμόνιοι οὐκ ἐδύναντο διώκειν ὅπλα ἔχοντες. [4.34.1] χρόνον μὲν οὖν τινὰ ὀλίγον οὕτω πρὸς ἀλλήλους ἠκροβολίσαντο· τῶν δὲ Λακεδαιμονίων οὐκέτι ὀξέως ἐπεκθεῖν ᾗ προσπίπτοιεν δυναμένων, γνόντες αὐτοὺς οἱ ψιλοὶ βραδυτέρους ἤδη ὄντας τῷ ἀμύνασθαι, καὶ αὐτοὶ τῇ τε ὄψει τοῦ θαρσεῖν τὸ πλεῖστον εἰληφότες πολλαπλάσιοι φαινόμενοι καὶ ξυνειθισμένοι μᾶλλον μηκέτι δεινοὺς αὐτοὺς ὁμοίως σφίσι φαίνεσθαι, ὅτι οὐκ εὐθὺς ἄξια τῆς προσδοκίας ἐπεπόνθεσαν, ὥσπερ ὅτε πρῶτον ἀπέβαινον τῇ γνώμῃ δεδουλωμένοι ὡς ἐπὶ Λακεδαιμονίους, καταφρονήσαντες καὶ ἐμβοήσαντες ἁθρόοι ὥρμησαν ἐπ᾽ αὐτοὺς καὶ ἔβαλλον λίθοις τε καὶ τοξεύμασι καὶ ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εἶχεν. [4.34.2] γενομένης δὲ τῆς βοῆς ἅμα τῇ ἐπιδρομῇ ἔκπληξίς τε ἐνέπεσεν ἀνθρώποις ἀήθεσι τοιαύτης μάχης καὶ ὁ κονιορτὸς τῆς ὕλης νεωστὶ κεκαυμένης ἐχώρει πολὺς ἄνω, ἄπορόν τε ἦν ἰδεῖν τὸ πρὸ αὑτοῦ ὑπὸ τῶν τοξευμάτων καὶ λίθων ἀπὸ πολλῶν ἀνθρώπων μετὰ τοῦ κονιορτοῦ ἅμα φερομένων. [4.34.3] τό τε ἔργον ἐνταῦθα χαλεπὸν τοῖς Λακεδαιμονίοις καθίστατο· οὔτε γὰρ οἱ πῖλοι ἔστεγον τὰ τοξεύματα, δοράτιά τε ἐναπεκέκλαστο βαλλομένων, εἶχόν τε οὐδὲν σφίσιν αὐτοῖς χρήσασθαι ἀποκεκλῃμένοι μὲν τῇ ὄψει τοῦ προορᾶν, ὑπὸ δὲ τῆς μείζονος βοῆς τῶν πολεμίων τὰ ἐν αὐτοῖς παραγγελλόμενα οὐκ ἐσακούοντες, κινδύνου τε πανταχόθεν περιεστῶτος καὶ οὐκ ἔχοντες ἐλπίδα καθ᾽ ὅτι χρὴ ἀμυνομένους σωθῆναι. [4.35.1] τέλος δὲ τραυματιζομένων ἤδη πολλῶν διὰ τὸ αἰεὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἀναστρέφεσθαι, ξυγκλῄσαντες ἐχώρησαν ἐς τὸ ἔσχατον ἔρυμα τῆς νήσου, ὃ οὐ πολὺ ἀπεῖχε, καὶ τοὺς ἑαυτῶν φύλακας. [4.35.2] ὡς δὲ ἐνέδοσαν, ἐνταῦθα ἤδη πολλῷ ἔτι πλέονι βοῇ τεθαρσηκότες οἱ ψιλοὶ ἐπέκειντο, καὶ τῶν Λακεδαιμονίων ὅσοι μὲν ὑποχωροῦντες ἐγκατελαμβάνοντο, ἀπέθνῃσκον, οἱ δὲ πολλοὶ διαφυγόντες ἐς τὸ ἔρυμα μετὰ τῶν ταύτῃ φυλάκων ἐτάξαντο παρὰ πᾶν ὡς ἀμυνούμενοι ᾗπερ ἦν ἐπίμαχον. [4.35.3] καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐπισπόμενοι περίοδον μὲν αὐτῶν καὶ κύκλωσιν χωρίου ἰσχύι οὐκ εἶχον, προσιόντες δὲ ἐξ ἐναντίας ὤσασθαι ἐπειρῶντο. [4.35.4] καὶ χρόνον μὲν πολὺν καὶ τῆς ἡμέρας τὸ πλεῖστον ταλαιπωρούμενοι ἀμφότεροι ὑπό τε τῆς μάχης καὶ δίψης καὶ ἡλίου ἀντεῖχον, πειρώμενοι οἱ μὲν ἐξελάσασθαι ἐκ τοῦ μετεώρου, οἱ δὲ μὴ ἐνδοῦναι· ῥᾷον δ᾽ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἠμύνοντο ἢ ἐν τῷ πρίν, οὐκ οὔσης σφῶν τῆς κυκλώσεως ἐς τὰ πλάγια.

[4.32.1] Οι Αθηναίοι σκότωσαν, αμέσως, όλους εκείνους που φύλαγαν το πρώτο φυλάκιο όπου έκαναν την έφοδό τους. Τους πρόλαβαν ενώ ήταν ακόμα στα στρώματά τους και προσπαθούσαν να πάρουν τα όπλα τους. Δεν είχαν καταλάβει ότι είχε γίνει απόβαση, νομίζοντας ότι τα καράβια είχαν βγει για την συνηθισμένη νυχτερινή περιπολία. [4.32.2] Με την αυγή άρχισε να αποβιβάζεται και ο υπόλοιπος στρατός, δηλαδή τα πληρώματα από εβδομήντα και περισσότερα καράβια —στα οποία δεν έμειναν παρά οι κωπηλάτες της τελευταίας σειράς— με τον οπλισμό τους, οκτακόσιοι τοξότες και άλλοι τόσοι πελταστές, Μεσσήνιοι, που είχαν έρθει να βοηθήσουν, και όσος στρατός ήταν στην Πύλο εκτός από την φρουρά του οχυρού. [4.32.3] Σύμφωνα με τη διαταγή του Δημοσθένη ο στρατός μοιράστηκε σε τμήματα από διακόσιους, περίπου, που πήγαν και πιάσαν τα ψηλότερα σημεία του νησιού, ώστε ο εχθρός να βρεθεί σε απελπιστική θέση. Κυκλωμένος πια, δεν θα ήξερε από πού να προφυλαχτεί αφού θα τον χτυπούσαν από παντού με πολλές δυνάμεις. Αν έκανε επίθεση εναντίον εκείνων που ήσαν εμπρός του, θα τον χτυπούσαν εκείνοι που ήσαν πίσω του, αν στρεφόταν εναντίον εκείνων που ήσαν στην μια πλευρά του θα τον χτυπούσαν εκείνοι που ήσαν στην αντίθετη. [4.32.4] Όπως και αν σκόπευε να κινηθεί ο εχθρός θα είχε πάντα στα νώτα του τις μονάδες με τις οποίες δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει συμπλοκή, δηλαδή τους ψιλούς που, οπλισμένοι με τόξα, ακόντια, πέτρες και σφεντόνες, θα τον χτυπούσαν από μακριά με πολλή αποτελεσματικότητα. Ο εχθρός δεν θα μπορούσε να κάνει αγώνα σώμα με σώμα μ᾽ αυτούς γιατί, αν τους έκανε επίθεση, ήσαν ταχύτεροι στην υποχώρηση κι αν υποχωρούσε εκείνοι θα του έκαναν πάλι επίθεση.
Αυτό το σχέδιο είχε καταστρώσει ο Δημοσθένης για την απόβαση και τώρα το εκτελούσε. [4.33.1] Όταν οι στρατιώτες του Επιτάδα, που αποτελούσαν την κύρια δύναμη, είδαν ότι η προφυλακή τους είχε εξολοθρευτεί και ότι προχωρούσε στρατός εναντίον τους, παρατάχτηκαν για μάχη και προχώρησαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών για να συγκρουστούν μαζί τους. Οι Αθηναίοι οπλίτες είχαν παραταχτεί εναντίον τους, ενώ οι ψιλοί ήσαν στα πλάγια και πίσω από τον εχθρό [4.33.2] που δεν μπόρεσε ούτε καν να φτάσει ώς την παράταξη των Αθηναίων, ώστε να εκμεταλλευτεί την πολεμική του τέχνη. Τον εμπόδιζαν οι ψιλοί που τον χτυπούσαν από τις δυο μεριές, ενώ οι Αθηναίοι οπλίτες, αντί να κάνουν αντεπίθεση, έμεναν ακίνητοι. Όταν οι ψιλοί ζύγωναν πολύ, οι Σπαρτιάτες τους έτρεπαν σε φυγή, αλλά εκείνοι, υποχωρώντας, εξακολουθούσαν να πολεμούν και προλάβαιναν να ξεφύγουν, τόσο επειδή ήσαν ελαφριά οπλισμένοι όσο κι επειδή το έδαφος ήταν δύσκολο και γεμάτο κακοτοπιές, αφού το μέρος δεν είχε ποτέ κατοικηθεί. Οι Λακεδαιμόνιοι, βαριά οπλισμένοι, δεν μπορούσαν να τους καταδιώξουν.
[4.34.1] Οι ακροβολισμοί αυτοί κράτησαν αρκετά, ώς την στιγμή που οι Λακεδαιμόνιοι δεν μπορούσαν πια να κάνουν επιθέσεις με την ίδια ορμή στα σημεία όπου τους χτυπούσαν. Οι ψιλοί κατάλαβαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι άρχισαν να κουράζονται και να κινούνται πιο αργά. Τους ενθάρρυνε πολύ το ότι είχαν συντριπτική υπεροχή απέναντι στον εχθρό, κι ένιωσαν ότι ο αντίπαλός τους δεν ήταν τόσο φοβερός όσο νόμιζαν, αφού οι απώλειές τους δεν ήσαν τόσο σοβαρές όσο τις είχαν φοβηθεί όταν έκαναν την απόβαση και είχαν πεσμένο το ηθικό με τη σκέψη ότι θ᾽ αναμετρηθούν με Λακεδαιμονίους. Έτσι, μ᾽ ένα αίσθημα περιφρόνησης, όρμησαν όλοι μαζί με φωνές εναντίον τους, ρίχνοντας πέτρες, βέλη και ακόντια και ό,τι άλλο πρόχειρο είχε ο καθένας. [4.34.2] Η βοή αυτή, μαζί με την επίθεση, κατατρόμαξε τους Λακεδαιμονίους που δεν ήσαν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους μάχη. Σύννεφο σηκώθηκε ο κουρνιαχτός από την στάχτη του πρόσφατα καμένου δάσους και, με τα βέλη και τις πέτρες που έπεφταν πλήθος μέσα απ᾽ αυτό το σύννεφο, ήταν αδύνατο να δει κανείς μπροστά του. [4.34.3] Και τότε η θέση των Λακεδαιμονίων έγινε εξαιρετικά δύσκολη, γιατί οι ελαφριοί θώρακές τους από χοντροσκούτι, δεν τους προστάτευαν από τα βέλη και τ᾽ ακόντια που τους έριχναν έσπαζαν και οι μύτες τους έμεναν καρφωμένες στις πανοπλίες τους. Δεν ήξεραν πια τί να κάνουν. Δεν μπορούσαν να δουν μπροστά τους και η μεγάλη βοή του εχθρού δεν τους άφηνε ν᾽ ακούνε τις διαταγές. Κυκλωμένοι από παντού, δεν είχαν πια καμιάν ελπίδα ότι με κάποιον ελιγμό θα μπορούσαν να σωθούν.
[4.35.1] Τέλος, όταν τραυματίστηκαν πολλοί, επειδή στριφογύριζαν στο ίδιο στενό μέρος, πύκνωσαν τις τάξεις τους και άρχισαν να υποχωρούν προς την άκρη του νησιού, στο οχυρό που δεν ήταν μακριά, όπου ήσαν οι δικοί τους φρουροί. [4.35.2] Όταν άρχισαν να υποχωρούν, τότε οι ψιλοί, με ακόμα πιο άγριες φωνές και μεγαλύτερη ορμή, τους χτυπούσαν και σκότωσαν όσους απομονωμένους προλάβαιναν. Οι περισσότεροι, όμως, πρόφτασαν να καταφύγουν στο οχυρό, όπου παρατάχτηκαν μαζί με την φρουρά για να υπερασπίσουν όλα τα σημεία απ᾽ όπου οι εχθροί θα μπορούσαν να τους χτυπήσουν. [4.35.3] Οι Αθηναίοι τους ακολούθησαν, αλλά δεν είχαν τον τρόπο να περικυκλώσουν το μέρος και προσπάθησαν να τους εκτοπίσουν από κει με επιθέσεις κατά μέτωπο. [4.35.4] Πολλήν ώρα, δηλαδή ολόκληρη σχεδόν τη μέρα, η μάχη, η δίψα και ο ήλιος καταταλαιπώρησαν τους δύο αντιπάλους που πολεμούσαν. Οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να εκτοπίσουν τους Λακεδαιμονίους από το ύψωμα, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι προσπαθούσαν να κρατήσουν την θέση τους. Ήσαν, τώρα, σε θέση να προστατεύονται καλύτερα, γιατί ο εχθρός δεν μπορούσε να τους περικυκλώσει.